από την Άρια Σωκράτους.

Όταν έμεινε μόνη της στο σπίτι κατέρρευσε. Δεν ένιωθε κανένα μέλος του σώματός της. Το μυαλό της είχε νεκρώσει. Μια λευκή σελίδα ολόκληρη η ζωή της, μια καταραμένη ομίχλη που θόλωνε όλες τις ωραίες στιγμές που είχε κάποτε ζήσει. Δεν ήξερε καν τι γεύση είχε η ευτυχία, δεν ήταν καθόλου σίγουρη πια ότι υπήρχε αυτή η έννοια. Ήταν ένα δέντρο χωρίς ρίζες, σαν να γεννήθηκε κατά λάθος σε ένα κόσμο που διαφορούσε πλήρως για την ύπαρξη της. Το κεφάλι της βούιζε, τα αντικείμενα γύρω της στριφογύριζαν σ’ένα ιλιγγιώδη χορό που την εξόντωνε. Άρχισε να ουρλιάζει δυνατά, πιο δυνατά, με όλη την ένταση των φωνητικών της χορδών. Το πορσελάνινο βάζο από το Costa Boda, δώρο των συναδέλφων της στο γραφείο για τα γενέθλιά της εκσφενδονίστηκε με μια δύναμη που η ίδια αγνοούσε ότι διέθετε πάνω σε ένα πίνακα, αυθεντικό αντίγραφο «Της Φάρμας» του Μιρό. Δεν ενδιαφέρθηκε καν να κοιτάξει αν εκείνος είχε καταστραφεί. Ήταν το τελευταίο πράγμα που την ένοιαζε τη δεδομένη στιγμή που έβλεπε η ζωή της να διαλύεται σε απειροελάχιστα κομμάτια.

Έψαχνε απεγνωσμένα να βρει τα χάπια που της είχε χορηγήσει η Σάρον. Δυνατά αντικαταθλιπτικά για πολύ σοβαρές περιπτώσεις αγχώδους διαταραχής. Δεν θυμόταν καν που τα είχε τοποθετήσει, ούτε πως τα έλεγαν ούτε τι χρώμα είχε το κουτί. Η μνήμη της ήταν το απόλυτο κενό. Χρειαζόταν επειγόντως ένα ποτό. Γέμισε το ποτήρι της με ουίσκι. Το ήπιε μονορούφι. Γέμισε άλλο ένα. Είχε κι αυτό την ίδια τύχη. Ξαφνικά θυμήθηκε πως κάπου μέσα στην κουζίνα είχε καλά φυλαγμένα δύο γραμμάρια μαριχουάνας. Δεν ήταν τακτική χρήστρια, πολύ σπάνια αποφάσιζε να χαλαρώσει με αυτό τον τρόπο. Στο πανεπιστήμιο είχε δοκιμάσει αρκετές φορές σε κάποια πάρτι ή όταν βρισκόταν σε φοιτητικές συνάξεις σε ορισμένα σπίτια. Τον θεωρούσε ένα ανώδυνο κι ευχάριστο τρόπο για να ξεφύγει από το άγχος και την πίεση της καθημερινότητας και επιπλέον για να καταφέρει να διασκεδάσει χωρίς τη σκιά των οικογενειακών προβλημάτων να αιωρείται πάνω από το κεφάλι της. Ποτέ όμως δεν το θεώρησε ως ναρκωτικό-πύλη για πιο βαριές ουσίες. Το θεωρούσε χαζό κι εντελώς ανεγκέφαλο να βάλει για οποιοδήποτε λόγο σε κίνδυνο τη ζωή της. Την μαριχουάνα άλλωστε δεν την θεώρησε ποτέ ως ναρκωτικό. Η νομιμοποίηση της ήταν θέμα χρόνου στη Νέα Υόρκη. Ο Αλέξης βέβαια είχε εντελώς διαφορετική γνώμη από εκείνην. Σιχαινόταν τα ναρκωτικά, το αλκοόλ και όλες τις παραισθητικές ουσίες. Θεωρούσε ότι ο άνθρωπος οφείλει να είναι κυρίαρχος του εαυτού του και να ελέγχει τις οποιεσδήποτε διαθέσεις του χωρίς να χρειάζεται την επίδραση των ψευδαισθήσεων που πρόσφεραν οι ναρκωτικές ουσίες. Για εκείνον δεν υπήρχε η διάκριση ανάμεσα σε μαλακά και σκληρά ναρκωτικά. Είχαν διαφωνήσει έντονα πάνω σε αυτό το θέμα με εκείνη να υποχωρεί πρώτη όταν διαπίστωσε πόσο απόλυτος ήταν σε αυτό το θέμα. Το μίσος του για τα ναρκωτικά είχε πολύ ισχυρή βάση. Στην  εφηβεία είχε χάσει ένα από τους καλύτερους του φίλους από υπερβολική δόση ηρωίνης. Κανείς δεν γνώριζε πως ήταν χρήστης μέχρι που η συμπεριφορά του είχε αρχίσει να γίνεται περίεργη. Εξαφανιζόταν από τις παρέες, κλεινόταν στον εαυτό του, ήταν ιδιαίτερα οξύθυμος και εσωστρεφής μέχρι που μια μέρα τον βρήκε η μητέρα του νεκρό στο μπάνιο με μια σύριγγα καρφωμένη στο δεξί του χέρι. Νοθευμένη δόση είχαν πει οι γιατροί. Ο Αλέξης ποτέ δεν κατάφερε να ξεπεράσει το χαμό του. Της έλεγε πως για χρόνια ολόκληρα μετά κλεινόταν στο δωμάτιο του και θρηνούσε με μαύρο δάκρυ για εκείνον. Μίσησε τα ναρκωτικά και τους εμπόρους όσο τίποτα άλλο στη ζωή του και όταν έμαθε πως η Νταιάνα έκανε περιστασιακή χρήση μαριχουάνας έγινε έξω φρενών. Εκείνη δεν τόλμησε ποτέ βέβαια να του πει πως είχε κάπου σε ένα συρτάρι μια μικρή δόση για ώρα ανάγκης. Δεν ήταν ανάγκη να το μάθει ποτέ άλλωστε. Ένιωσε τον καπνό να ναρκώνει τις αισθήσεις της και ένα κύμα χαλάρωσης να απλώνεται στους τεντωμένους μύες της. Κάθισε στον μαύρο δερμάτινο καναπέ και άνοιξε την τηλεόραση. Οι φιγούρες πηγαινοέρχονταν στην οθόνη και μιλούσαν ακατάπαυστα. Δεν ήξερε τι έλεγαν. Εκείνη τη δεδομένη στιγμή η προσοχή της ήταν εντελώς αποσπασμένη. Οι σκέψεις εναλλάσσονταν με ενοχλητικά ταχύ ρυθμό στο μυαλό της. Κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. Σκέφτηκε να το αφήσει να χτυπά ανενόχλητο, εκείνη δεν είχε όρεξη να μιλήσει με κανένα. Ούτε καν με τον Αλέξη. Το μόνο που ήθελε ήταν να βυθιστεί στο κάθισμα της και για μια φορά στη ζωή της οι σκέψεις να πάψουν να κάνουν παρέλαση στο κεφάλι της. Το επίμονο χτύπημα του όμως της έσπαγε τα νεύρα. Το απάντησε ανόρεχτα. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο θυρωρός, η φωνή του οποίου μετά βίας και ακουγόταν.

«Κύριε Στηβ, είστε καλά;  Μα τι σας συμβαίνει; Ακούγεστε πολύ αναστατωμένος».

«Κυρία Άλλεν συνέβη κάτι τρομερό. Πρέπει να κατέβετε αμέσως. Ο πατέρας σας βγήκε βιαστικός στο δρόμο τρέχοντας και τον χτύπησε ένα φορτηγό. Ειδοποιήσα αμέσως το 911 και ήρθε το ασθενοφόρο και τον πήρε. Τον έχουν πάει στο Metropolitan Hospital Center. Η κατάσταση του είναι κρίσιμη.»

Οι φράσεις του ήταν διακεκομμένες και η φωνή του ακουγόταν ιδιαίτερα αναστατωμένη. Της έδινε την εντύπωση ότι από στιγμή σε στιγμή θα πάθαινε καρδιακή προσβολή. Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Η καρδιά της χτυπούσε σε ακανόνιστους ρυθμούς. Σηκώθηκε αλλά για μια στιγμή έχασε την ισορροπία της και κρατήθηκε από την ράχη της πολυθρόνας. Πώς συνέβη αυτό τώρα; Πόση ατυχία την κυνηγούσε πια στη ζωή της; Σχημάτισε γρήγορα τον αριθμό του Αλέξη. Το απάντησε ο τηλεφωνητής. Μάλλον το μάθημα στο πανεπιστήμιο δεν είχε ακόμα τελειώσει. Βγήκε σαν σίφουνας από το διαμέρισμά της και κάλεσε το ανσανσέρ. Για κακή της τύχη ήταν κατειλημμένο. Άρχισε να βρίζει μέσα από τα δόντια της και χτύπησε νευριασμένη τη γροθιά της πάνω στις μεταλλικές πόρτες. Επιτέλους είδε σε λίγα λεπτά τις πόρτες να ανοίγουν. Τα δευτερόλεπτα που βρισκόταν μέσα στο ανσανσέρ της φάνηκαν αιώνες που κυλούσαν βασανιστικά αργά.

Έτρεξε στο λόμπι και σκούντηξε κατά λάθος δύο ενοίκους που περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους. Ψέλλισε ένα υπόκωφο «Με συγχωρείτε» και κατευθύνθηκε προς τον θυρωρό που τη δεδομένη χρονική στιγμή βρισκόταν σε απελπιστική κατάσταση.