Γράφει η Νίτσα Μανωλά

Έχετε δει ποτέ ανθρώπους μόνους;

Ανθρώπους που δεν έχουν κάποιον να τους σκεφτεί;  Ή έστω να τους επισκεφτεί;

Εγώ… ναι.  Έχω δει.

Είναι άνθρωποι σκιές.

Άνθρωποι που ενώ είχαν την ευκαιρία να αγαπήσουν και να αγαπηθούν δεν την άδραξαν. 

Την άφησαν να φύγει.  Να γλιστρήσει μέσα από τα χέρια τους.

Είχα μια θεία…

Δεν έχει σημασία πως την λέγαν. Θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε όνομα. Θα μπορούσε να ήταν η θεία του οποιουδήποτε.

Δεν υπάρχει πια…  έφυγε.

Έφυγε μόνη.

Στην κηδεία της δεν ξεπερνούσαμε τους πέντε ανθρώπους. Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού.  Έξη μαζί με τον παπά.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της Εξόδιου Ακολουθίας θυμάμαι πως το μυαλό μου δεν μπορούσε να βγάλει τον σκασμό.

Γιατί άραγε η θεία προτιμούσε να μην έχει κανέναν γύρω της;  Γιατί δεν ήταν τα παιδιά της εδώ να την αποχαιρετήσουν;  Τόσο μεγάλο κακό τους είχε κάνει που δεν ήθελαν να την δουν, έστω αυτή την ύστατη ώρα;

Με τα παιδιά της γνώριζα πως είχε να μιλήσει χρόνια.  Ο λόγος για μένα ήταν αστείος. Δεν την άρεσε ο γαμπρός και η νύφη της. Τραγικό…

Και εντάξει… δεν της μιλούσαν.  Τώρα που έφυγε;  Δεν θέλαν να την δουν για τελευταία φορά;  Δεν θέλαν να της δώσουν συγχώρεση δια της παρουσίας τους;

Με του γείτονες της είχε τσακωθεί. Με όλους όμως. Με τον έναν γιατί έριχνε νερά και με τον άλλο γιατί έκανε θόρυβο.

Όλοι στη γειτονιά την φώναζαν στρίγκλα.

Για μένα απλά ήταν η θεία μου.  Η θεία που δεν μιλούσε πολύ και δεν ήθελε ποτέ κανέναν στο σπίτι της.

Η θεία που όταν της χτυπούσα την πόρτα για να δω αν είναι καλά με έδιωχνε. Κι εγώ μόνο που άκουγα τη φωνή της πίσω από την κλειδωμένη πόρτα ανακουφιζόμουν κι έφευγα. Δεν με πείραζε που δεν μου άνοιγε.  Το είχα συνηθίσει.

Ποιος ξέρει τι είχε περάσει αυτή η θεία!

Θυμάμαι πως την επισκεπτόμουν από… οίκτο.

Άσχημο συναίσθημα ο οίκτος, μα υπάρχει.

Την λυπόμουν που ήταν μόνη.   Δεν άνηκε πουθενά.

Μα πιο πολύ λυπόμουν που φοβόταν ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί.

Γνωρίζω καμπόσους που νομίζουν πως η ζωή κρατά για πάντα και κλείνουν τις πόρτες της ψυχής τους από φόβο. 

Τον φόβο της αγάπης.

Μένουν μόνοι…  

Ας μην ξεχνάμε πως το περιτύλιγμα και τα φώτα κάποτε θα φύγουν.

Το υαλουρικό και το μποτοξάκι που μας κρατάει σφριγηλούς και νέους θα πάψει κάποια στιγμή να κάνει τη δουλειά του.  Όλα μια συνήθεια είναι!

Τότε, το μόνο που θα μείνει θα είναι η ξεγυμνωμένη αλήθεια μας. Το μέσα που κουβαλάει ο καθένας μας.

Φιλική συμβουλή: Ας μεριμνήσουμε γι’ αυτό. Ας το φροντίσουμε λιγάκι.