Είναι ένα τυπικό βροχερό χειμωνιάτικο βράδυ, κάπου στο κέντρο της Αθήνας.

Συγκεκριμένα, σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται ως “υποβαθμισμένη”.

Οδηγείς το αμάξι στους νωπούς από το ψιλόβροχο δρόμους και προσπαθείς να μην σε πιάσει το κόκκινο φανάρι. Έχεις ακούσει ιστορίες για ανθρώπους που τους έχουν επιτεθεί τη στιγμή που είναι σταματημένοι σε κάποιο από τα κόκκινα φανάρια του δρόμου.

Κάπως έτσι οδηγείς, όχι πολύ γρήγορα, με το βλέμμα στα φανάρια και με τις αισθήσεις σου σε σχετική εγρήγορση. Οδηγείς στον κεντρικό δρόμο, αυτόν που σε βγάζει στην Εθνική Οδό, απ’όπου θα κατευθυνθείς βόρεια, στην ασφάλεια και ζεστασιά του σπιτιού σου.

Ακόμα όμως, έχεις αρκετή διαδρομή μέχρι να περάσεις την προβληματική αυτή περιοχή. Τέτοια ώρα, η κίνηση είναι πολύ περιορισμένη και σχεδόν όλα τα κτίρια που στεγάζουν διάφορες επιχειρήσεις, είναι έρημα.

Διάφοροι περαστικοί διαβάτες, σκυφτές φοβισμένες φιγούρες αλλοδαπών, που βαδίζουν βιαστικά ρίχνοντας τριγύρω τους κλεφτές ματιές.

Κάπου εκεί, αρχίζει από μακριά να φαίνεται κάτι διαφορετικό..

Όσο πλησιάζεις προς τα εκεί, αρχίζει να ξεκαθαρίζει η εικόνα. Μία φωτεινή πολύχρωμη νησίδα!

Στο γενικότερο μουντό, άχρωμο και σκοτεινό περιβάλλον, εκείνο το ολόφωτο και πολύχρωμο σημείο ξεχωρίζει από μακριά! Μα τι είναι εκεί;!

Φτάνεις στο σημείο, όπου σε πιάνει και το κόκκινο φανάρι και αποκαλύπτεται η φωτεινή αλήθεια.

Ένα εμπορικό κατάστημα!

Αυτό είναι. Ένα μαγαζί, ένα μικρό μαγαζάκι, από αυτά που θα χαρακτηρίζαμε “ψιλικατζίδικο”, μόνο που το συγκεκριμένο, απ’ότι φαίνεται μέσα από το υγρό τζάμι του αυτοκινήτου, έχει πολλά προϊόντα! Το όνομα στην ταμπέλα του καταστήματος, είναι ξενικό. Ενδεικτικό της καταγωγής της ιδιοκτήτριας, η οποία φαίνεται να κάθεται πίσω από τον πάγκο και να χαζεύει τηλεόραση..

Μέσα διακρίνεις ένα δυό, πελάτες, που διαλέγουν από τα ράφια αυτά που θέλουν να αγοράσουν. Άραγε, να είναι και αυτοί αλλοδαποι! Μπα, αποκλείεται! Τουλάχιστον ο ένας, ένας ηλικιωμένος κύριος, είναι σίγουρα έλληνας.

Μια εικόνα, διαφορετική από αυτές που έχει εκείνη η περιοχή. Μία εικόνα, που κόντρα στη γενικότερη ασχήμια, βγάζει κάτι όμορφο..

Προλαβαίνεις, πριν ανοίξει το φανάρι και φύγεις από το σημείο, να ρίξεις μια καλύτερη ματιά στην ιδιοκτήτρια, της οποίας μάλλον το όνομα είναι στην ταμπέλα.

Σαφώς αλλοδαπή, 55άρα, εντελώς ανοιχτόχρωμη και παχιά παχιά, δείχνει να έχει οικειότητα με τους δύο πελάτες που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο μαγαζάκι της.

Έχεις πλέον βγει από την προβληματική περιοχή και κατευθύνεσαι με ταχύτητα στο σπίτι σου, στο καθαρό και περιποιημένο προάστιο που ζεις τα τελευταία χρόνια.

Θυμάσαι τότε που και εσύ ζούσες εκεί. Σε εκείνη τη γειτονιά που τώρα σε τρομάζει. Θυμάσαι τους αλλοδαπούς που έρχονταν κατά κύματα και έβρισκαν φθηνά σπίτια σε εκείνη την περιοχή. Άνθρωποι που έφυγαν από τις γενέτειρες τους, άφηναν πίσω τα πάντα, συγγενείς, φίλους, γειτονιές, μνήμες, για να έρθουν στο άγνωστο! Πόση απελπισία μπορεί να κρύβει όλο αυτό;! Πόση απόγνωση;..

“Έρχονται οι ξένοι και μας παίρνουν τις δουλειές”, φώναζαν τότε αυτοί που δεν καταδέχονταν να κάνουν τις δουλειές πο με ευγνωμοσύνη έκαναν οι ξένοι..

Εκείνοι οι ξένοι, που σε γκαρσονιέρες 40 τετραγωνικών ζούσαν ολόκληρες οικογένειες και λίγο λίγο πρόκοβαν, που σιγά σιγά έστηναν τις δικές τους επιχειρήσεις, πολλές φορές κάτω από από τα επικριτικά και ίσως φθονερά βλέμματα των ντόπιων. Αυτών των ντόπιων “Πατριωτών”, που έχουν μόνο κεκτημένα δικαιώματα έναντι της Πατρίδας και …. “ξεχνούν” τις υποχρεώσεις τους! Που σε κάθε ευκαιρία κλέβουν το Κράτος και την Πατρίδα..

Πόση δύναμη και πόσο τσαγανό θέλει εκείνη η αλλοδαπή κυρία, για να στήσει το μαγαζάκι της, ειδικά σε εκείνη την περιοχή.

Μακάρι να πετύχει..