Από την Ισμήνη Χαρίλα

Η λεξικογραφική σημασία της έννοιας της γαλήνης υποδεικνύει την ηρεμία, τη νηνεμία, την κατάσταση κατά την οποία φαίνεται ότι δεν κινείται τίποτα.

Τον παραπάνω όρο επέλεξε λοιπόν ο Ακαδημαϊκός Ηλίας Βενέζης ως τίτλο για το ομώνυμο έργο του που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1939 και συνέχισε να εκδίδεται τόσο κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όσο και κατά τη σημερινή εποχή από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.

Στο προλογικό σημείωμα της έκδοσης του 1943 ο δημιουργός αναφέρει ότι το βιβλίο του ζει «μέσα στο κλίμα της πικρίας και ότι υπάρχει – όχι μονάχα για τους ανθρώπους – αλλά και για τα πράγματα μια μοίρα». Με τη φράση του αυτή δίνει συνεπώς ευθύς εξ’ αρχής το στίγμα της αφήγησης που κατακλύζεται από άπειρους συμβολισμούς.

Πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι ορισμένοι πρόσφυγες της Ανατολής που το καλοκαίρι του 1923 οδηγούνται από το ελληνικό κράτος στην περιοχή της Αναβύσσου προκειμένου να στήσουν εκεί τη νέα τους ζωή. Καθένας από αυτούς τους ανθρώπους κουβαλά ένα φορτίο πόνου για ό,τι ή όποιον άφησε πίσω του στη Μικρά Ασία και λαμβάνει τον δικό του ρόλο σ’ ένα κείμενο συμβολισμών και αντιθέσεων.

Ο γιατρός Βένης και η σύζυγός του Ειρήνη ενσαρκώνουν τα δίπολα της αισιοδοξίας και της απαισιοδοξίας, της ελπίδας και της απογοήτευσης, της πίστης στα όνειρα και της παραδοχής της ήττας. Παρόλο που ο γιατρός είναι μεγαλύτερος σε ηλικία, εξακολουθεί να παλεύει ενάντια στις αντιξοότητες και αντλεί θάρρος από το προσδόκιμο ενός καλύτερου αύριο. Εν αντιθέσει, η νεότερη γυναίκα του παραμένει δέσμια των δεινών του παρελθόντος και όχι μόνο εγκαταλείπει κάθε απόπειρα που αποσκοπεί στη βελτίωση της κατάστασής τους, αλλά συμβάλλει και στην καταστροφή τους.

Από την άλλη πλευρά, η κόρη τους η Άννα συμβολίζει τη νεότητα, τη θετικότητα, το ανέφελο μέλλον, τη χαρά της ζωής και τη συμπόνια. Ο βιασμός της και η δολοφονία της από κάποιον που δεν ανήκει στον πυρήνα των προσφύγων ανάγει μεταφορικά την παρουσία της στη Μικρασιατική καταστροφή και στο πλήθος των Ελλήνων κατοίκων της Ιωνίας που ζούσαν ευτυχισμένοι και αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν, να απολέσουν τις περιουσίες τους, τους αγαπημένους συγγενείς και φίλους τους και να βασανιστούν από εκείνους που έθεσαν το προσωπικό τους γόητρο και συμφέρον πάνω από το καλό ενός ανθρωπίνου συνόλου που δεν έφταιξε ίσως σε τίποτα άλλο πέρα από το γεγονός ότι πίστεψε στην ουτοπία της ειρήνης και της αδελφοσύνης.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο συμβάλλει καθοριστικά η ανακάλυψη του ενόχου και η παράδοσή του στην Αστυνομία από έναν πρόσφυγα, τον Γλάρο. Ένα άτομο που – μέσα από την προσωπική του πορεία – αποδεικνύει τη βαρύτητα του σθένους και του πόθου για δημιουργία και διαρκή αναγέννηση, ακόμα και όταν όλα γύρω του καταρρέουν.

Η απόδοση της δικαιοσύνης μέσω της νομιμότητας που ορίζει η κοινωνική συνοχή και όχι με γνώμονα την εκδικητική ανταπόδοση, υποστηρίζει από τη μια πλευρά τη Νέμεση και από την άλλη επισημαίνει την αμέλεια, την αδυναμία ή έστω την έλλειψη πρόθεσης για την ηθική αποκατάσταση των ατόμων που απετέλεσαν λεία στυγνών καπηλευτών και εκμεταλλευτών των ευγενών ιδεών.

Προκύπτει άρα το συμπέρασμα ότι οι βασικοί πυλώνες του αφηγήματος συνοψίζονται στην αγωνία για την επιβίωση έναντι του μόχθου για αναδημιουργία, τη ζωή έναντι του θανάτου, τη συνεργασία έναντι της κακοηθέστατης παρεμπόδισης. Όλα αυτά δε πλαισιώνονται από το υδάτινο στοιχείο που εμφανίζεται με τη μορφή της βροχής, της θάλασσας και των δακρύων και προβάλλει έντονα το νερό που αποτελεί βασικό στοιχείο της Φύσης, είναι απαραίτητο συστατικό για το ανθρώπινο σώμα και ίδιον της καθαρότητας και κατ’ επέκταση της κάθαρσης.

Όπως δηλώνει εξάλλου ο συγγραφέας, η «Γαλήνη» – που τιμήθηκε και με τον έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών – περικλείει την ιστορία του ανθρώπου που ψάχνει τον εαυτό του και τον κόπο της αντίστασης στην πτώση. Ίσως τελικά γι’ αυτόν τον λόγο να την επέλεξε και ο ίδιος ως όνομα της τελευταίας του κατοικίας.