από την Άρια Σωκράτους.

«Κυρία Άλλεν συνέβη κάτι τρομερό. Πρέπει να κατέβετε αμέσως. Ο πατέρας σας βγήκε βιαστικός στο δρόμο τρέχοντας και τον χτύπησε ένα φορτηγό. Ειδοποιήσα αμέσως το 911 και ήρθε το ασθενοφόρο και τον πήρε. Τον έχουν πάει στο Metropolitan Hospital Center. Η κατάσταση του είναι κρίσιμη.»

Οι φράσεις του ήταν διακεκομμένες και η φωνή του ακουγόταν ιδιαίτερα αναστατωμένη. Της έδινε την εντύπωση ότι από στιγμή σε στιγμή θα πάθαινε καρδιακή προσβολή. Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Η καρδιά της χτυπούσε σε ακανόνιστους ρυθμούς. Σηκώθηκε αλλά για μια στιγμή έχασε την ισορροπία της και κρατήθηκε από την ράχη της πολυθρόνας. Πώς συνέβη αυτό τώρα; Πόση ατυχία την κυνηγούσε πια στη ζωή της; Σχημάτισε γρήγορα τον αριθμό του Αλέξη. Το απάντησε ο τηλεφωνητής. Μάλλον το μάθημα στο πανεπιστήμιο δεν είχε ακόμα τελειώσει. Βγήκε σαν σίφουνας από το διαμέρισμά της και κάλεσε το ανσανσέρ. Για κακή της τύχη ήταν κατειλημμένο. Άρχισε να βρίζει μέσα από τα δόντια της και χτύπησε νευριασμένη τη γροθιά της πάνω στις μεταλλικές πόρτες. Επιτέλους είδε σε λίγα λεπτά τις πόρτες να ανοίγουν. Τα δευτερόλεπτα που βρισκόταν μέσα στο ανσανσέρ της φάνηκαν αιώνες που κυλούσαν βασανιστικά αργά.

Έτρεξε στο λόμπι και σκούντηξε κατά λάθος δύο ενοίκους που περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους. Ψέλλισε ένα υπόκωφο «Με συγχωρείτε» και κατευθύνθηκε προς τον θυρωρό που τη δεδομένη χρονική στιγμή βρισκόταν σε απελπιστική κατάσταση.

«Κυρία Άλλεν πραγματικά λυπάμαι πάρα πολύ. Είναι τραγικό αυτό που συνέβη. Δεν πρόλαβα καν να τον χαιρετήσω όταν κατέβηκε. Φαινόταν τόσο αναστατωμένος που ούτε καν με πρόσεξε. Έμοιαζε σαν χαμένος και έτρεξε στο δρόμο χωρίς καν να ελέγξει τα αυτοκίνητα που διέρχονταν. Τότε ήταν που πέρασε το φορτηγό κι εκείνος βρέθηκε κάτω από τις ρόδες του. Ήταν φριχτό κυρία Άλλεν, φριχτό. Τρέξτε στο νοσοκομείο να τον προλάβετε. Εύχομαι ολόψυχα να τον προλάβετε και να γίνει γρήγορα καλά. Δεν ξέρετε πόσο πολύ λυπάμαι.»

Ο ανθρωπάκος από το άγχος του μιλούσε ακατάπαυστα χωρίς καμία παύση και ήταν η πρώτη φορά στα πέντε χρόνια που έμενε σε αυτό το κτίριο που της απηύθυνε το λόγο για τόση ώρα. Ποτέ δεν είχαν ανταλλάξει μια κουβέντα περισσότερη πέραν του τυπικών χαιρετισμών. Η Νταιάνα σχεδόν τον λυπήθηκε. Τον ευχαρίστησε και βγήκε αμέσως από το κτίριο. Αν άκουγε έστω και μια λέξη παραπάνω, θα πάθαινε υστερία.

Το τηλέφωνο της χτύπησε. Ευτυχώς ήταν ο Αλέξης που έπαιρνε να δει αν ήταν όλα εντάξει επειδή ξαφνιάστηκε που τον είχε πάρει τόσο νωρίς ενώ γνώριζε πως ήταν στο μάθημα.

«Άλεξ αγάπη μου, συνέβη κάτι τρομερό. Σε χρειάζομαι. Μπορείς να έρθεις; Ο πατέρας μου είχε ένα ατύχημα και είναι στο νοσοκομείο…Ναι, στη Νέα Υόρκη. Για την ακρίβεια έξω από το σπίτι μου. Τον χτύπησε ένα φορτηγό και τώρα βρίσκεται στο Metropolitan Hospital Center. Παίρνω ένα ταξί και πάω εκεί. Έλα όσο πιο γρήγορα μπορείς σε παρακαλώ. Νομίζω ότι θα καταρρεύσω. Συνέβησαν τόσα πολλά.”

Εκείνος την διαβεβαίωσε ότι θα έτρεχε κοντά της το συντομότερο δυνατό κι εκείνη σταμάτησε βιαστικά ένα ταξί για να πάει στο νοσοκομείο. Είχε την αίσθηση πως θα λιποθυμούσε μέσα στο ταξί. Τα μέλη του σώματος της έτρεμαν και το μυαλό της ήταν νωθρό, ανίκανο για οποιαδήποτε σκέψη. Όσο σκληρά λόγια και να του είχε πει λίγα μόλις λεπτά προηγουμένως, δεν έπαυε να είναι ο πατέρας της. Τον αγαπούσε όσο και να την είχε πληγώσει. Ήταν ο μοναδικός συγγενής που είχε στη ζωή. Μπορεί τόσα χρόνια που είχαν περάσει να ήταν αποξενωμένοι και να μην αντάλλαζαν ούτε λέξη αλλά ήξερε πως εκείνος υπήρχε κάπου έστω και μακριά της. Η σκέψη ότι θα μπορούσε να τον χάσει αναμόχλευε μέσα της τους άπειρους φοβους του παρελθόντος με τους οποίους δεν είχε τη δύναμη να αναμετρηθεί. Τι ήταν η ίδια τελικά; Ένας άνθρωπος με νεφελώδες παρελθόν, αμφίβολο παρόν και δυσοίωνο μέλλον. Ένιωθε σαν ένα δέντρο χωρίς ρίζες και χωρίς καρπούς. Γέρικο και καταδικασμένο. Ένιωσε έντονα την ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον, να κλάψει, να φωνάξει, έστω κι αν αυτός ήταν κάποιος εντελώς άγνωστος. Κάποιες στιγμές η ανάγκη επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων γίνεται επιτακτική. Κατευθείαν σκέφτηκε τη Λέσλι. Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που ένιωθε κοντά της και γνώριζε από την εποχή που ήταν ακόμη έμβρυο. Μόνο εκείνη γνώριζε και μόνο εκείνη θα μπορούσε να την παρηγορήσει με δύο μόνο λόγια. Σχημάτισε γρήγορα τον αριθμό της. Ευτυχώς η Λέσλι απάντησε αμέσως.

«Νταιάνα κορίτσι μου, τι έκπληξη είναι αυτή; Δεν με έχεις συνηθίσει στα τηλέφωνα. Όλα καλά εκεί;»

«Θεία Λέσλι ποτέ δεν υπήρξα χειρότερα. Μόνο σε σένα μπορώ να μιλήσω. Μόνο εσύ γνωρίζεις και καταλαβαίνεις απόλυτα τι μου συμβαίνει. Ο πατέρας μου ήρθε να με βρει. Τα ξέρω όλα. Μου είπε όλη την αλήθεια. Σοκαρίστηκα, δεν μπορούσε να χωρέσει το μυαλό μου όλα αυτά που συνέβησαν στη μαμά. Έγινα έξαλλη μαζί του, θύμωσα τόσο πολύ που τον έδιωξα κακήν κακώς από το σπίτι μου. Του είπα πως δεν θέλω καμία απολύτως επαφή μαζί του και για μένα είναι ένας ξένος που δεν σημαίνει τίποτα για μένα. Μέχρι που του είπα πως πολύ καλά έκανε η μαμά που τον απάτησε επειδή ήταν τόσο κακός που δεν άξιζε την αγάπη της. Έφυγε από το σπίτι σαν χαμένος και μετά από λίγη ώρα με ειδοποίησε ο θυρωρός πως βγήκε τρέχοντας στο δρόμο και τον χτύπησε ένα φορτηγό. Βρίσκεται στο νοσοκομείο και πάω να τον δω. Εύχομαι να είναι καλά επειδή αν έχει πάθει κάτι δεν πρόκειται να συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου. Πόσο κακιά είμαι θεία Λέσλι; Πόσο απαίσιος άνθρωπος πρέπει να είμαι για να του κάνω κάτι τέτοιο;»

Η φωνή της έσπασε από τους λυγμούς που της έφραζαν το λαιμό. Η ένταση της λύπης της ήταν τόσο μεγάλη που ακόμη και ο Ινδός οδηγός ταξί τη ρώτησε με ανησυχία αν είναι καλά. Από την άλλη άκρη της γραμμής η Λέσλι προσπαθούσε να την καθησυχάσει.

«Νταιάνα κορίτσι μου σε παρακαλώ μην κλαις. Δεν φταις εσύ για ό,τι συνέβη. Ήταν φυσικό να αντιδράσεις με τον τρόπο που αντέδρασες. Εσύ και ο πατέρας σου δεν είχατε τις καλύτερες σχέσεις και όλα όσα έμαθες ήταν σοκαριστικά. Νιώθω υπεύθυνη επειδή εγώ κατά κάποιο τρόπο τον παρακίνησα να έρθει να σε βρει για να αποκατασταθούν οι σχέσεις σας. Του ζήτησα να σου εξηγήσει επειδή όφειλες να γνωρίζεις την αλήθεια. Μόνο εκείνος ως πατέρας σου μπορούσε να σου την πει. Εγώ όσο και να σε αγαπώ, όσο και να ήθελα να σου διηγηθώ τι συνέβη, δεν μπορούσα. Δεν είμαι αίμα σου, είμαι μια ξένη και όφειλες να το μάθεις από την οικογένειά σου. Ο Τομ είναι γερός οργανισμός, είμαι σίγουρη ότι θα αντέξει. Όταν πας στο νοσοκομείο να του πεις πως νιώθεις για εκείνον και ότι τον συγχωρείς. Εντωμεταξύ εγώ θα κοιτάξω για να κλείσω εισιτήριο για Νέα Υόρκη το συντομότερο δυνατό. Θέλω να βρίσκομαι κοντά σου. Δεν θα σε αφήσω να περάσεις όλη αυτή τη δοκιμασία ολομόναχη.»

«Όχι θεία Λέσλι, δεν θέλω να ξεσηκωθείς εξαιτίας μου. Έχεις το μαγαζί σου και τις δουλειές σου. Μην ανησυχείς δεν είμαι μόνη. Εδώ και λίγο καιρό είμαι με κάποιον και για πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω ερωτευμένη. Είναι πολύ διαφορετικός από όλους όσους γνώρισα μέχρι σήμερα στη ζωή μου και ξέρεις πολύ καλά πόσο άτυχη υπήρξα σε αυτό τον τομέα. Ακριβώς όπως η μητέρα μου. Τον πήρα τηλέφωνο και θα έρθει αμέσως στο νοσοκομείο. Δεν θα είμαι μόνη μου λοιπόν. Μην στεναχωριέσαι. Σου υπόσχομαι πως αν αισθανθώ την ανάγκη βοήθειας, εγώ πρώτη θα σου ζητήσω να έρθεις.»

«Αν είναι έτσι, τότε αλλάζουν όλα. Πολύ χαίρομαι που δεν είσαι μόνη σου κοριτσάκι μου. Να δεις που όλα θα είναι περαστικά και θα πάνε καλά. Πιστεύω πραγματικά πως όλα συμβαίνουν στη ζωή μας για κάποιο λόγο. Όσο δυσάρεστες και τραγικές κι αν φαίνονται κάποιες καταστάσεις, όλα γίνονται επειδή έχουν κάτι να μας διδάξουν. Ο Τομ θα γίνει καλά, ήρθε για να συμφιλιωθείτε και το ατύχημα του ίσως να ήταν η μοναδική δίοδος για να το πετύχετε. Στη ζωή μας τίποτα καλό δεν έρχεται χωρίς πόνο. Το έχω βιώσει και το γνωρίζω πάρα πολύ καλά. Πρέπει να ενημερώσω την Ντόροθι. Θα ψάχνει να τον βρει και θα έχει πεθάνει από την αγωνία της. Δικαιούται να ξέρει τι έχει συμβεί. Όπως και να έχει ζουν πολλά χρόνια μαζί.»

«Κάνε ό,τι νομίζεις Θεία. Εγώ δεν πρόκειται να την ενημερώσω. Δεν έχω άλλωστε καμία απολύτως σχέση μαζί της ούτε και θα ήθελα να έχω. Τις απόψεις μου τις ξέρεις. Θα σε ξαναπάρω. Τώρα πρέπει να κλείσω επειδή έχω ήδη φτάσει στο νοσοκομείο.»

Έκλεισε το τηλέφωνο ταραγμένη. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε τη δεδομένη στιγμή ήταν να δει μπροστά της την μαιτρέσσα του πατέρα της, με την οποία συζούσε από τότε σχεδόν που πέθανε η μάνα της. Ο οδηγός την ενημέρωσε πως είχαν φτάσει και την ρώτησε σε ποιλα πλευρά του νοσοκομείου να την αφήσει. Του έδωσε ένα γερό φιλοδώρημα και κατέβηκε.

Στάθηκε μπροστά από το αχανές νοσοκομείο προσπαθώντας να διαβάσει τις πολλές και τεράστιες πινακίδες με τις κατευθύνσεις και τα τμήματα για να συμπεράνει που έπρεπε να πάει. Όταν τελικά βρήκε την πινακίδα με τις οδηγίες για τα επείγοντα έτρεξε αμέσως για να μάθει που βρισκόταν ο πατέρας της.

Μια υπάλληλος της υποδοχής την ρώτησε τι ήθελε και εκείνη τη ρώτησε αναστατωμένη για την κατάσταση του πατέρα της. Η υπάλληλος της είπε πως σε λίγη ώρα μια νοσοκόμα θα την ενημέρωνε για τα πάντα. Τα λεπτά της φάνηκαν ώρες αμέτρητες. Από μικρή έτρεφε μια απέχθεια για τα νοσοκομεία. Δεν άντεχε ούτε να περνάει απέξω από αυτά και τώρα ήταν αναγκασμένη να περάσει ίσως και μερόνυχτα καθηλωμένη σε μια άβολη καρέκλα ενός ψυχρού ιδρύματος. Η σκέψη και μόνο της προκαλούσε ρίγη σε όλο της το σώμα.

Κάποια στιγμή παρουσιάστηκε μπροστά της μια ψηλή, ξερακιανή και αγέλαστη νοσοκόμα.

«Είστε η κυρία Άλλεν; Μας ενημέρωσαν από την υποδοχή πως είστε η κόρη του τραυματία Τόμας Άλλεν.»

«Ναι, εγώ είμαι. Πώς είναι ο πατέρας μου; Πού τον έχετε; Μπορώ να τον δω;» Οι ερωτήσεις της ήταν απαναωτές και υποδήλωναν απελπισία και απόγνωση που όμως η νοσοκόμα δεν συμμερίστηκε.

«Η κατάσταση του είναι πολύ κρίσιμη. Βρίσκεται στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης. Έχει κάταγα στο πόδι, χτύπημα στο κεφάλι που του προκάλεσε κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εσωτερική αιμορραγία. Δεν επιτρέπονται επισκέψεις και δεν θα μπορέσετε να τον δείτε. Δεν θα ωφελέσει σε τίποτα να παραμείνετε εδώ ολόκληρο το βράδυ. Θα ταλαιπωρηθείτε άδικα. Μπορείτε να έρθετε αύριο το πρωί να μάθετε νέα του.», είπε και έστρεψε την πλάτη της βιαστική.

Ο τόνος της φωνής της ήταν κοφτός, απότομος και αδιαπραγμάτευτος. Σαν να της ανακοίνωνε ένα επίσημο ανακοινωθέν για το οποίο είχε την εντολή αλλά δεν είχε καμία διάθεση να μπει σε περαιτέρω λεπτομέρειες.

«Σταθείτε μια στιγμή σας παρακαλώ. Μην φεύγετε. Δεν μπορώ να φύγω από το νοσοκομείο. Είμαι ο μοναδικός συγγενής που έχει. Ποιός είναι ο εφημερεύων γιατρός; Θα ήθελα να τον δω και να του μιλήσω.»

«Κυρία μου σας εξήγησα ήδη την κατάσταση. Ο γιατρός δεν πρόκειται να σας πει τίποτα περισσότερο απ’όσα σας έχω ήδη πει. Ξέρετε πόσο απασχολημένοι είμαστε; Ήδη  είναι μέσα και ετοιμάζεται για την επέμβαση. Σε καμία περίπτωση δεν μπορείτε να τον δείτε», απάντησε η νοσοκόμα στριφνά.

«Ποιά επέμβαση; Σε ποιό σημείο; Είμαι η κόρη του και δικαιούμαι να ξέρω. Επίσης σας ενημερώνω πως δεν πρόκειται να φύγω αν δεν μιλήσω με κάποιο από τους γιατρούς του. Έχω κάθε έννομο δικαίωμα ως κόρη του να γνωρίζω τι συμβαίνει.»

Η φωνή της Νταιάνα σκλήρυνε και τα χαρακτηριστικά της αλλοιώθηκαν από την έκφραση θυμού και οργής που σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Πόσο πολύ της έδιναν στα νεύρα οι συστημικοί και φλεγματικοί άνθρωποι που έδιναν στους άλλους την εντύπωση ότι δεν κυλούσε σταγόνα αίμα μέσα από τις φλέβες τους.

«Ας πράξετε όπως νομίζετε κυρία. Εγώ σας εξήγησα τους κανόνες του νοσοκομείου μας.», απάντησε ξερά η νοσοκόμα κι έφυγε γυρνώντας της επιδεικτικά την πλάτη.

«Σπαστική παλιοβρώμα», ψιθύρισε νευριασμένη η Νταιάνα.

Η λάμψη στην οθόνη του κινητού της την έκανε να αναθαρρήσει και να χαμογελάσει παρά την άσχημη ψυχολογική της κατάσταση. Ο Αλέξης της είχε στείλει μήνυμα λέγοντας της πως είχε φτάσει και την ρωτούσε σε ποιά ακριβώς πτέρυγα βρισκόταν για να την βρει.

Αισθάνθηκε πως για μια φορά σε μια δύσκολη κατάσταση της ζωής της δεν ήταν μόνη. Είχε ένα ώμο να ακουμπήσει πάνω του και να μοιραστει μαζί του τις δυσκολίες και τα απρόβλεπτα της ζωής. Μια ζωή που μέχρι τώρα αντιμετώπιζε εντελώς μόνη.