Τα δάκρυα της κυλούσαν σαν ποτάμι καθώς έβλεπε τα δικά του μάτια να παραμένουν ερμητικά κλειστά. Κάποια στιγμή της φάνηκε σαν να της έσφιξε το χέρι ή μήπως ήταν η ιδέα της; Έσκυψε και κοίταξε προσεκτικά το πρόσωπο του. Όχι, δεν ήταν καθόλου η ιδέα της τελικά. Τα βλέφαρα του ανοιγόκλεισαν στιγμιαία, σημάδι πως την είχε ακούσει και προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί της.

«Μπαμπά με ακούς; Δώσε μου ένα σημάδι αν ακούς.» είπε με λαχτάρα και η καρδιά της ήταν έτοιμη να πεταχτεί έξω από το στήθος της.

«Ντα..ντα..», ψιθύρισε εκείνος αδύναμα με φωνή που μόλις ακουγόταν.

Του έσφιξε το χέρι με θέρμη. Την άκουγε και προσπαθούσε να της μιλήσει παρόλη την προφανή αδυναμία του.

«Σας παρακαλώ κυρία μου περάστε έξω αμέσως αλλιώς θα καλέσω την ασφάλεια του νοσοκομείου. Ποιός σας έδωσε το δικαίωμα να μπείτε εδώ; Έξω αμέσως σας παρακαλώ», φώναξε έξαλλη μια νοσοκόμα που μπήκε για να του αλλάξει τον ορό.»

«Αντέδρασε. Προσπάθησε να μιλήσει. Σας παρακαλώ φωνάξτε τον γιατρό.»

«Σας είπα να περάσετε αμέσως έξω. Έχετε παραβιάσει τους κανονισμούς του νοσοκομείου. Μην με αναγκάζετε να προβώ σε άλλα μέτρα», της είπε αυστηρά δείχνοντας της την έξοδο.

Σε διαφορετική  περίσταση θα της είχε απαντήσει καταλλήλως αλλά η συναισθηματική της κατάσταση ήταν τόσο φορτισμένη που χαμήλωσε το κεφάλι και βγήκε έξω από το δωμάτιο αφού έριξε πρώτα μια γρήγορη ματιά στο πρόσωπο του πατέρα της. Της φάνηκε πως προσπαθούσε να την κρατήσει κοντά του, σαν να διάβασε το όνομα της στα χείλη του που προσπαθούσαν εναγωνίως να της απευθύνουν τον λόγο. Με την πρώτη ευκαιρία θα ξαναβρισκόταν κοντά του.

Η οθόνη του κινητού της αναβόσβησε ξανά. Είχε πέντε αναπάντητες κλήσεις από τον Αλέξη και τρία γραπτά μηνύματα. Μέσα στην ταραχή της γέλασε δυνατά. Τον είχε εντελώς ξεχάσει. Προφανώς ο καφές που πήγε να της φέρει μέχρι τώρα θα είχε μετατραπεί σε πάγο της Σιβηρίας. Τον πήρε και του είπε πως θα τον συναντούσε στο ίδιο μέρος σε δέκα λεπτά.

Όταν τον είδε εκείνος κρατούσε στο αριστερό του χέρι ένα πλαστικό λευκό ποτήρι με κάτι που κάποτε ίσως θύμιζε καφέ και στο δεξί ένα πλαστικοποιημένο σάντουιτς, από εκείνα τα άχρωμα, άοσμα και άγευστα που πουλούσαν σε νοσοκομεία και αεροδρόμια. Το θέαμα ήταν τόσο κωμικό που μετά βίας συγκρατήθηκε να μην βάλει τα γέλια. Λίγα λεπτά πριν η διάθεση της βρισκόταν στο ναδίρ και έκλαιγε με λυγμούς ενώ τώρα ήθελε να ξεσπάσει στα γέλια. Τελικά αυτή η ζωή είναι σχιζοφρενικά απρόβλεπτη!

«Ξέρεις πόση ώρα είμαι εδώ με αυτό το δείγμα καφέ και αυτό το υποτυπώδες σάντουιτς και σε περιμένω; Ο καφές πάντως είναι ακατάλληλος για κατάποση. Θα πάω να σου φέρω άλλον.» , της είπε αστειευόμενος.

«Χίλια συγγνώμη αγάπη μου αλλά είχα πάει να βρω το γιατρό και κατάφερα να δω έστω και για πολύ λίγο τον πατέρα μου.»

«Πώς είναι; Έμαθες κάτι;»

«Η κατάσταση του είναι πολύ κρίσιμη. Τον εγχείρισαν στον μηρό, είχε κάταγμα αλλά το πρόβλημα είναι πως έχει εσωτερική αιμορραγία. Είναι πολύ χάλια Άλεξ. Δεν τον έχω δει ποτέ έτσι. Τόσο χλωμός και καταπονημένος. Σχεδόν δεν τον αναγνώρισα. Προσπάθησε να μου μιλήσει κι έβγαζε άναρθρες κραυγές. Δεν κατάφερα να μείνω για πολύ. Ήρθε μια νοσοκόμα και με έδιωξε.»

«Πολύ λυπάμαι που το ακούω αυτό. Είμαι σίγουρος πως θα κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν. Είναι ένα από τα καλύτερα νοσοκομεία της χώρας. Σου είχα πει καρδιά μου πως δεν θα σε άφηναν να τον δεις. Δεν έπρεπε να το ρισκάρεις. Θα μπορούσαν να σε καταγγείλουν. Οι κανονισμοί είναι πάρα πολύ αυστηροί. Εγώ λέω να πας στο σπίτι σου. Δεν υπάρχει λόγος να ταλαιπωρηθείς μένοντας εδώ. Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να σε αφήσουν να τον δεις.»

«Αυτό αποκλείεται. Δεν πρόκειται να πάω πουθενά. Θα μείνω εδώ για να μαθαίνω νέα του. Θα σκάσω μόνη στο σπίτι χωρίς να ξέρω τι συμβαίνει.»

«Μα δεν πρόκειται να σε αφήσω μόνη σου. Θα είμαι κι εγώ μαζί σου. Εδώ δεν πρόκειται να σε ενημερώσουν για τίποτα αν δεν περάσουν πρώτα εικοσιτέσσερις ώρες. Φαντάζομαι θα ψάχνουν για αίμα για να κάνουν μετάγγιση λόγω της αιμορραγίας.»

«Ναι, ο γιατρός μου είπε πως έχασε περίπου 3-4 φιάλες αίμα. Όμως δεν μπορώ να φύγω και να τον αφήσω μόνο του. Εγώ φταίω.», είπε καλύπτοντας το πρόσωπό της με τα χέρια της.

«Αυτό να μην το ξαναπείς ποτέ, το ακούς; Εσύ δεν έχεις καμία απολύτως ευθύνη αν το φορτηγό πέρασε και τον χτύπησε.»

«Το λες επειδή δεν ξέρεις τι συνέβη. Τσακωθήκαμε. Του είπα λόγια βαριά, πάρα πολύ βαριά.  Είπα πως τον μισώ, πως δεν τον θέλω πια στη ζωή μου. Θέε μου πώς μπόρεσα;»

«Ό,τι κι αν έχει συμβεί, δεν είσαι εσύ αυτή η οποία οδηγούσε το φορτηγό. Σταμάτα να ρίχνεις ευθύνες στον εαυτό σου.»

«Εσύ δεν ξέρεις τι έχει συμβεί. Δεν γνωρίζεις τίποτα για τη ζωή μου. Θέλω να στα πω. Ξέρω πως δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος αλλά αισθάνομαι την ανάγκη να τα βγάλω επιτέλους από μέσα μου.»

Την πήρε από το χέρι και την έβαλε να καθήσει σε μια καρέκλα. Φαινόταν πολύ φορτισμένη συναισθηματικά και ήταν σίγουρος πως η σκοτεινιά στο βλέμμα της έκρυβε κάποια τρικυμία. Την κοίταξε αμίλητος και περίμενε να ξεκινήσει εκείνη τη συζήτηση. Η Νταιάνα του άνοιξε την καρδιά της και του τα είπε όλα. Τα ξαφνικά οικογενειακά προβλήματα, τις φωνές του πατέρα της, τις απέραντες σιωπές της μάνας της, το καταφύγιο της στη σοφίτα και στα βιβλία της. Του μίλησε για τα φοιτητικά της χρόνια, για τον μυστηριώδη θάνατο της μητέρας της, τον ερχομό της στη Νέα Υόρκη, την διακοπή των σχέσεων με τον πατέρα της ο οποίος μοιραζόταν τη ζωή του με μια άλλη γυναίκα λίγο μόλις καιρό μετά το θάνατο της μητέρας της, τις συνεχείς επισκέψεις της στην ψυχολόγο και στο τέλος του περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια την συνάντηση που είχε μαζί του στο διαμέρισμά της. Εκείνος δεν την διέκοψε, την άφησε να συνεχίσει, να διακόψει αρκετές φορές λόγω των λυγμών που την ανάγκαζαν να σταματήσει την αφήγηση και στο τέλος να πέσει εξουθενωμένη στην αγκαλιά του και να κλαίει με αναφιλητά.