Από την Ισμήνη Χαρίλα

Το 1944 και ενώ η Sidonie – Gabrielle Colette διανύει το εβδομηκοστό πρώτο έτος της ηλικίας της, παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό της την «Gigi (Ζιζή)». Ένα πόνημα που ακολουθεί το γνώριμο μοτίβο της σύντομης αφήγησης της Colette και μεταφέρει τον αναγνώστη στην περίοδο της Belle Époque και συγκεκριμένα στο Παρίσι του 1899.

Η Gigi λοιπόν είναι η βασική ηρωίδα του ομώνυμου έργου. Μια δεκαπεντάχρονη έφηβη που ζει στο Παρίσι με τη γιαγιά της και τη μητέρα της που βιοπορίζεται ως τραγουδίστρια στο θέατρο. Δεδομένου ότι ο πατέρας της Gigi εγκατέλειψε τη μητέρα της, προτού παντρευτούν και δεν ενδιαφέρεται για την κόρη του, την αποκλειστική ευθύνη ανατροφής της μικρής έχει αναλάβει η γιαγιά της, η Mme Alvarez, με τη συνεπικουρία της μεγαλύτερης ανύπανδρης αδελφής της, Alicia, η οποία βοηθά και οικονομικά την οικογένεια. Οι δυο αδελφές προετοιμάζουν επομένως τη Gigi για να γίνει η ερωμένη ενός πλούσιου κυρίου που θα της χαρίσει μια άνετη και πολυτελή ζωή.

Εν αντιθέσει με το πρωθύστερο εμφανιζόμενο έργο της, τον «Αγαπημένο (Chéri)», όπου η δημιουργός εμβάθυνε στον κόσμο του πληρωμένου έρωτα και της σχέσης του με τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις της εποχής, στη «Gigi» φαίνεται ότι, παρά την πρόθεση της γιαγιάς και της θείας, το νεαρό κορίτσι έχει γαλουχηθεί μ’ έναν τρόπο που της επιτρέπει να διαχωρίζει τη θεωρία από την πράξη.

Ως εκ τούτου, όταν η γιαγιά της αποδέχεται την πρόταση του τριαντατριάχρονου εύπορου και κοσμικού Gaston Lachaille για να γίνει η Gigi ερωμένη του, η τελευταία αρνείται επειδή θεωρεί ότι ο τελευταίος δεν της μιλά με ειλικρίνεια και δεν είναι πραγματικά ερωτευμένος μαζί της, αφού θέλει να την περιπλέξει σε περιπέτειες και σε μια ζωή όπου θα είναι πάντοτε δακτυλοδεικτούμενη και στο επίκεντρο των ειδήσεων και των κουτσομπολιών.

Καθώς για εκείνη ο Gaston είναι ο άνθρωπος που επισκέπτεται πολλά χρόνια το σπίτι τους, ο καλύτερος της φίλος και ένας άνδρας που αγαπά, δεν θα μπορούσε να τον αντιμετωπίσει ως έναν τυχαίο περαστικό. Τολμά επομένως να τον απαρνηθεί και να τον διώξει και προς έκπληξη όλων εκείνος επιστρέφει κοντά της και της ζητά να παντρευτούν.

Η Gigi παρά τη νεαρή της ηλικία λοιπόν μετουσιώνεται σε μια γυναίκα που ξέρει τι θέλει και τολμά να το εκφράσει. Δεν αφήνεται έρμαιο στις αποφάσεις άλλων και αντιδρά με τον τρόπο που μπορεί. Στο σημείο αυτό θίγεται κατά συνέπεια η έννοια της προσωπικής ευθύνης, αλλά και της αντίληψης του κάθε ανθρώπου για όσα συμβαίνουν γύρω του.

Με μικρές αναφορές, η Colette αποδίδει παράλληλα το στίγμα της εποχής και τη μετάβαση στον εικοστό αιώνα. Το αισιόδοξο πνεύμα, την αίγλη, την πολυτέλεια στα εστιατόρια και τους χώρους διασκέδασης, την ανάγκη της κοινωνίας για ηρεμία και ασφάλεια μετά την ταραγμένη περίοδο του Γαλλοπρωσσικού πολέμου και την ανάπτυξη της τεχνολογίας που συνέβαλλε στη βελτίωση της καθημερινότητας με τη χρήση διάφορων μηχανών και την εφαρμογή νέων εφευρέσεων.

Εστιάζοντας τώρα στο βαθύτερο νόημα της νουβέλας είναι χαρακτηριστικό ότι μέσω της χαριτωμένης μορφής της Gigi, η συγγραφέας επισημαίνει ότι ακόμα και κάποιος που φαίνεται ότι δεν έχει φιλοδοξίες και είναι εύκολο να χειραγωγηθεί – όπως επί παραδείγματι πιστεύει η γιαγιά της για την ηρωίδα – μπορεί να διαθέτει και το θάρρος και τη δύναμη για να διεκδικήσει τις επιθυμίες του.

Άρα αυτό που μετρά δεν είναι η εικόνα, αλλά το περιεχόμενο ή όπως είθισται να αναφέρεται, το «είναι» και όχι το «φαίνεσθαι».