από την Άρια Σωκράτους.

Η Νταιάνα αναπήδησε αγουροξυπνημένη σαν να είδε κάποιο εφιάλτη και η άγνωστη γυναίκα την κεραυνοβόλησε με το πύρινο βλέμμα της.

«Πού έχουν τον πατέρα σου; Τι του έκανες; Ήμουν σίγουρη πως κάτι κακό θα γινόταν αν ερχόταν εδώ. Πάντα κακό του προκαλούσες ακόμα και μακριά του, πόσω μάλλον τώρα που ήρθε να σε βρει. Προσπάθησα να τον συγκρατήσω να μην έρθει αλλά δεν με άκουσε. Τι σου κατέβηκε και ήρθες στην Βόρεια Καρολίνα τότε και μας τάραξες; Μια ζωή προκαλούσατε την καταστροφή. Πρώτα η μάνα σου και τώρα εσύ.»

Η φωνή της ήταν στριγκή και γεμάτη κακία. Τα μάτια της εκτόξευαν φλόγες.

«Μην διανοηθείς να ξαναβάλεις στο βρωμόστομα σου τη μάνα μου επειδή θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα, με ακούς; Σεβάσου το χώρο και την κατάσταση και βούλωσε το, διαφορετικά θα σε κάνω να το βουλώσεις εγώ. Παλιοσφετερίστρια που βρήκες ευκαιρία να εκμεταλλευτείς τον θάνατο της μάνας μου για να προσκοληθείς στη ζωή του πατέρα μου. Εξαφανίσου από δω να μην σε βλέπω μπροστά μου. Δεν του είσαι τίποτα. Απλά μια γκόμενα, αυτό ήσουν και είσαι. Κατάλαβες Ντόροθι;»

Η Νταιάνα είχε σηκωθεί όρθια και το πρόσωπο της ήταν παραμορφωμένο από την οργή. Κοιτούσε την γυναίκα με μίσος και αν δεν την συγκρατούσε ο Αλέξης, πιθανότατα να την χτυπούσε στο πρόσωπο.

«Δεν έχω να πάω πουθενά. Δέκα ολόκληρα χρόνια ζούμε μαζί είτε σου αρέσει είτε όχι. Και για τόλμα να με χτυπήσεις αν τολμάς και θα δεις τι έχεις να πάθεις. Θα πάρω τον Τομ και θα φύγουμε από δω και δεν θα τον ξαναδείς ποτέ στη ζωή σου. Θα σε αναγκάσω εγώ να βγεις μια για πάντα.»

«Είσαι ένα γύναιο. Φύγε από μπροστά μου να μην σε βλέπω. Και μην διανοηθείς να πας να δεις τον πατέρα μου και να τον ταράξεις. Η κατάσταση του είναι κρίσιμη»

«Δεν πρόκειται να μου πεις εσύ τι θα κάνω, κατάλαβες. Θα πάω να δω τον άντρα μου όποτε θέλω εγώ. Εσύ ευθύνεσαι για την κατάσταση του. Ένας Θεός ξέρει τι του είπες και τον σύγχυσες. Πάντα προβληματική και τρελή ήσουνα. Όπως τη μάνα σου».

Η σφαλιάρα που εκτοξεύθηκε στο μάγουλο της από την Νταιάνα ήταν τόσο ηχηρή και δυνατή που άφησε τα κόκκινα αποτυπώματα της παλάμης της πάνω στο πρόσωπό της. Ο Αλέξης έτρεξε να την συγκρατήσει για να μην συνεχίσει.

«Φύγε τώρα αμέσως από μπροστά μου. Δεν θέλω να σε βλέπω. Μου προκαλείς αηδία. Φύγε επειδή δεν ξέρω κι εγώ τι είμαι ικανή να σου κάνω.»

Η Ντόροθι τελικά απομακρύνθηκε με την παραίνεση του Αλέξη. Την πήρε κατά μέρος και την έπεισε να φύγει από το οπτικό πεδίο της Νταιάνα για να μην οξυνθούν περαιτέρω τα πνεύματα. Εκείνη συναίνεσε με βαριά καρδιά και του απάντησε πως δεν το έκανε για την Νταιάνα αλλά επειδή δεν ήθελε να μάθει τίποτα ο Τομ όταν γινόταν καλά.

«Κυρία Άλλεν, ο γιατρός θέλει να σας δει. Πρόκειται για τον πατέρα σας», είπε μια νεαρή νοσοκόμα που εισήλθε στον χώρο υποδοχής βιαστικά φωνάζοντας το όνομα της.

«Συνέβη κάτι;» ρώτησε η Νταιάνα γεμάτη αγωνία.

«Θα σας ενημερώσει ο γιατρός. Ελάτε μαζί μου σας παρακαλώ.»

«Θα έρθω κι εγώ μαζί σας. Είμαι η γυναίκα του και δικαιούμαι να γνωρίζω τι συμβαίνει. Γιατί να έρθει μόνο αυτή;» πετάχτηκε με θυμό η Ντόροθι.

«Δεν έχω καμία σημείωση στην αναφορά μου ότι ο κύριος είναι παντρεμένος. Λυπάμαι αλλά μόνο η κόρη του δικαιούται να ενημερωθεί.», απάντησε η νοσοκόμα κοιτάζοντας τις σημειώσεις της.

«Δεν έχετε επειδή δεν υπάρχει σύζυγος. Η μοναδική σύζυγος του πατέρα μου ήταν η μητέρα μου η οποία έχει πεθάνει. Η κυρία απλώς είναι η συμβία του. Πάμε σας παρακαλώ. Ας μην χάνουμε χρόνο.» είπε η Νταιάνα χωρίς καν να της ρίξει δέυτερη ματιά, αφήνοντας την να βράζει από οργή.

Έκαναν πάλι την ίδια ακριβώς διαδρομή μέχρι να βρεθούν στην μονάδα εντατικής θεραπείας. Ο γιατρός την περίμενε κρατώντας κάποια χαρτιά στα χέρια του που δεν είχε ιδέα τι ήταν.

«Κυρία Άλλεν, λυπάμαι πολύ αλλά δεν έχω καθόλου καλά νέα. Ο πατέρας σας έχει χάσει πάρα πολύ αίμα και ο οργανισμός του είναι ιδιαίτερα αδύναμος. Του κάναμε μετάγγιση βέβαια αλλά η αιμορραγία δεν έχει σταματήσει. Αυτή τη στιγμή παραληρεί και φωνάζει διαρκώς το όνομα σας. Είμαι αναγκασμένος δυστυχώς να σας προετοιμάσω για το χειρότερο. Πηγαίνετε να τον δείτε τώρα. Σας ζητάει».

Τα λόγια του ήταν άγρια γροθιά στο στομάχι για εκείνη. Τον κοιτούσε με μάτια λίμνες από τα δάκρυα χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη. Ήθελε να του κάνει άπειρες ερωτήσεις, όμως δεν άντεξε να υποβάλει ούτε μία. Της είχε δώσει όλες τις απαντήσεις σε λίγες μόνο φράσεις.

Έτρεξε στο δωμάτιο που είχαν διασωληνωμένο τον πατέρα της. Γνώριζε πως οι στιγμές τους μαζί ήταν μετρημένες και δεν ήθελε να σπαταλήσει ούτε μία. Προχώρησε προς το κρεβάτι του. Εκείνος αισθάνθηκε την παρουσία της και άνοιξε τα μάτια του. Της έσφιξε το χέρι και προσπάθησε να να χαμογελάσει με ένα μορφασμό που έμοιαζε με υποψία χαμόγελου.

«Νταιάνα, θα φύγω, το νιώθω. Καλύτερα, κουράστηκα πια. Θα πάω να την βρω. Η ζωή μου δεν έχει νόημα μακριά της. Από τότε που πέθανε, εγώ δεν ζω, απλά υπάρχω. Θέλω μόνο να σου ζητήσω να με συγχωρήσεις και να το κάνεις. Μόνο έτσι θα πεθάνω ήσυχος. Το ξέρω παιδί μου πως σου έκανα μεγάλο κακό αλλά θέλω να πιστέψεις πως δεν το έκανα εσκεμμένα. Με σκότωνε που σε πλήγωσα. Κάποιες φορές εμείς οι άνθρωποι θολώνουμε και δεν σκεφτόμαστε με τη λογική. Αυτές τις στιγμές πληγώνουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε όσο τίποτα στον κόσμο αλλά παραληρούμε τόσο πολύ από την αδάμαστη οργή που βρίσκουμε απέραντη ηδονή να επαναλαμβάνουμε τις αποτρόπαιες πράξεις μας και να συνεχίζουμε να πληγώνουμε όσους αγαπάμε. Συγγνώμη παιδί μου, άπειρα συγγνώμη αν και γνωρίζω πως είναι υπερβολικά λίγα για το κακό που σου έχω κάνει. Θέλω να ζήσεις ευτυχισμένη και να έχεις στη ζωή σου όλη την ευτυχία που εγώ τόσα χρόνια άθελά μου σου στέρησα. Αγάπησε με όλη σου την ψυχή και ζήσε. Ζήσε σαν να μην υπάρχει αύριο. Κάνε όλα όσα δεν έκανες ποτέ. Διάγραψε το παρελθόν και ζήσε το παρόν σου. Για το μέλλον κανείς δεν είναι ποτέ σίγουρος. Δεν μπορώ να μιλήσω άλλο. Κόβεται η αναπνοή μου. Θέλω να ξέρεις πως σε αγαπώ όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Λυπάμαι που υπήρξα τόσο εγωιστής στη ζωή μου.»

Η φωνή του κόπηκε και ανέπνεε με δυσκολία. Η Νταιάνα του κρατούσε το χέρι, πάνω στο οποίο έσταζαν τα δάκρυα της.

«Μπαμπά μου, σε αγαπώ πολύ. Συγχώρησε με για όλα τα απαίσια λόγια που σου έχω πει μπαμπά. Δεν τα εννοούσα. Ήμουν θυμωμένη με μένα, με τον εαυτό μου, με όλα όσα είχαν συμβεί και ξέσπασα πάνω σου μπαμπά. Σε παρακαλώ μην με αφήνεις τώρα που σε ξαναβρήκα. Σε έχω ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε μπαμπά. Μπαμπά μου με ακούς;»

Ποτέ δεν θα μάθαινε αν ο πατέρας της άκουσε όλα όσα είχε να του πει. Το ρυτιδιασμένο χέρι πάγωσε μέσα στην παλάμη της, το πρόσωπο παρέμεινε ανέκφραστο και τα μάτια του κοίταζαν στο κενό.

«Μπαμπάαα όχι. Μην φύγεις, έλα πίσω, πίσω μπαμπά».

Το κορμί της έπεσε πάνω στο αδύνατο και ακίνητο του σώμα. Τον τράνταζε, τον άγγιζε και τον φιλούσε αλλά εκείνος δεν μπορούσε πια να αισθανθεί τίποτα. Ο Τόμας Άλλεν ήταν πια νεκρός.

Έξω είχε ήδη ξημερώσει. Μια πυκνή ομίχλη κάλυπτε το Μανχάταν. Ακόμα μια μέρα ομίχλης ξεκινούσε στη ζωή της.