Γράφει ο Ερμής:

Ήταν οι πρώτες ημέρες της άνοιξης και καθώς τα χιόνια έλιωναν και η Γη προετοιμαζόταν για να υποδεχθεί το καλοκαίρι, ένα λουλούδι ξεμύτισε από το χώμα.

Ένα όμορφο μωβ μπουμπούκι που δεν έμοιαζε με κανένα από τα υπόλοιπα λουλούδια, γιατί είχε ως αποστολή του να πραγματοποιήσει δυο ευχές του πρώτου ανθρώπου που θα το αντίκριζε.

Το άνθος αυτό λοιπόν φύτρωσε κάτω από το παράθυρο μιας κόρης που το είδε, το θαύμασε, αλλά δεν του ζήτησε κάτι, γιατί η πληγωμένη ψυχή της δεν είχε τίποτα πια να προσμένει.

Οι ημέρες περνούσαν και το λουλούδι αγωνιούσε, επειδή ήξερε ότι δεν θα άνθιζε ποτέ, αν δεν ξεκινούσε την αποστολή του.

Ώσπου κάποια στιγμή και ενώ η κόρη το παρατηρούσε, εξέφρασε επιτέλους την ευχή της. Μια ευχή όμως που δεν αφορούσε την ίδια, αλλά το άνθος, αφού ζήτησε να μην ξεραθεί ποτέ, να μην πληγεί από τις κακοκαιρίες και να είναι πάντα πανέμορφο.

Το άνθος αναγκάστηκε φυσικά να υλοποιήσει την ευχή της κόρης, αλλά λυπήθηκε που επωφελήθηκε το ίδιο από το χάρισμά του.

Όταν τέλειωσε το καλοκαίρι και ήρθε το φθινόπωρο, η κόρη φοβήθηκε ότι ο χειμώνας θα έβλαπτε το άνθος. Έτσι το ξερίζωσε από το χώμα, το φύτεψε σε μια γλάστρα και το πήρε στο σπίτι της. Εκεί το πότιζε, το φρόντιζε και καθώς δεν είχε κανέναν φίλο, του μιλούσε για όλα όσα την πλήγωναν και την πονούσαν.

«Μακάρι να μπορούσε να μάθει ότι έχω τη δύναμη να της χαρίσω την ευτυχία με μια ευχή της», σκεφτόταν εκείνο.

Η κόρη βέβαια δεν ήξερε την ιδιότητα του άνθους, αλλά η παρουσία του απάλυνε τη μελαγχολία της.

Πέρασε ένας χρόνος και ένα πρωινό της επομένης άνοιξης που ο ήλιος έλαμπε στον θρόνο του, η κόρη ακούμπησε τη γλάστρα με το άνθος στο περβάζι του παραθύρου της. Τότε ένα δάκρυ κύλησε άξαφνα από τα μάτια της, έπεσε επάνω στα φύλλα του άνθους και εκείνη ευχήθηκε να γέμιζε ο κήπος της με πολλά όμοια άνθη σαν και αυτό που είχε στη γλάστρα της.

Αυτή ήταν λοιπόν η δεύτερη ευχή της και καθώς έκλαιγε και τα δάκρυά της έπεφταν επάνω στο άνθος, τα φύλλα του λύγισαν, κόπηκαν στη μέση και με τη βοήθεια του ανέμου πέταξαν προς το χώμα που άνοιξε και τα υποδέχτηκε στο εσωτερικό του. Μερικά λεπτά αργότερα ο κήπος της κόρης γέμισε με δεκάδες άνθη των ευχών.

Εκείνη τα κοίταζε έκθαμβη, δίχως να μπορεί να πιστέψει αυτό που συνέβαινε, ενώ το άνθος – πιο λαμπερό από ποτέ – χαιρόταν, γιατί κατάφερε να χαρίσει στην κόρη έναν κήπο που η θέα του θα της έδινε κάθε πρωί κουράγιο για να συνεχίσει.

Συνταγή της Αμβροσίας: Μπουμπουκάκι

Υλικά:

½ κιλό αλεύρι που φουσκώνει μόνο του

1 ½ κούπα ζάχαρη

4 αυγά

Λίγη βανίλια

1 κούπα γάλα

1 πακέτο βούτυρο

½ κούπα χρωματιστή τρούφα

Εκτέλεση:

Σε μια λεκάνη βάζουμε το βούτυρο, τη ζάχαρη και τα αυγά και τα ανακατεύουμε. Προσθέτουμε τη βανίλια, το γάλα, το αλεύρι (που έχουμε προηγουμένως ανακατέψει με την τρούφα) και ανακατεύουμε ξανά, έως ότου ομογενοποιηθούν.

Στη συνέχεια αδειάζουμε το μίγμα σε μια βουτυρωμένη και αλευρωμένη φόρμα σε σχήμα τριαντάφυλλου και ψήνουμε στους 180Ο C σε προθερμασμένο φούρνο.

Μόλις ψηθεί, τοποθετούμε το γλυκό σε μια πιατέλα και το διακοσμούμε με μωβ γλάσο στη βάση και απαλό ροζ στην κορυφή.