από την Αναστασία Δημητροπούλου.

    Η στιγμή της πραγματικής ευτυχίας, λένε, δεν είναι αυτή που κοιμάσαι εσύ, αλλά εκείνη που κοιμάται η συνείδησή σου σα μωρό. Άλλωστε, με τα μάτια της ανοιχτά ή πιο σωστά γουρλωμένα, σε διαβεβαιώνει ότι μπορείς να τρέξεις και να ξεφύγεις από όλους εκτός όμως από τον εαυτό σου. Και ότι τελικά δε θα σε οδηγήσουν στην κόλαση όσα κάνεις, μα όσα αποφεύγεις. Είναι εκείνη που θα σού υπογραμμίσει πως ο χρόνος κυλάει αργά, αλλά περνάει γρήγορα, πως κάθε μαχητής έχει μια μάχη που είτε θα τον αποδεκατίσει, είτε θα τον καθιερώσει, και πως όταν δε μπορεί να γίνει αλλιώς, η χαρά έγκειται στο να βρεις την σωστή ισορροπία με τη λύπη.

                                Στο νέο βιβλίο της Ελένης Γαληνού, «Η κατάρα των Μάγιερ» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα, ο αναγνώστης θα αρχίσει να αναρωτιέται για όλα από τις πρώτες κιόλας σελίδες, αλλά περισσότερο για την απρόσιτη και μυστικοπαθή Ελισσώ, και για το εάν θα βρει στο τέλος την αναγκαία αυτή ισορροπία. Η επίσκεψη της εγγονής της, Ιρίνας, κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων στο απομονωμένο αρχοντικό της, θα φέρει τα πάνω κάτω. Με την επίσκεψή της, η κοπέλα που ετοιμάζεται να ανοίξει ένα ιδιαίτερο προσωπικό κεφάλαιο, θα επιχειρήσει να γεφυρώσει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Έχοντας στερηθεί την βιολογική της οικογένεια για χρόνια, αναπτύσσει μια ακατανίκητη περιέργεια να μάθει όσα την δένουν  μαζί της. Μια περιέργεια, την οποία δικαιολογεί απόλυτα ο αναγνώστης. Μια περιέργεια που μοιάζει με λαιμαργία, καθώς με απλά λόγια, το να παρατηρείς, να σκαλίζεις και να αναζητάς, σημαίνει να καταβροχθίζεις.

                            Σύντομα, η Ιρίνα θα συνειδητοποιήσει πως ορισμένων η ζωή δεν είναι μια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό, αλλά ανάμεσα στο κακό και το χειρότερο. Πως αν μένεις για πολύ καιρό μόνος, μπορεί να ξεχάσεις ακόμα και το ποιος πραγματικά είσαι. Και πως πολλοί κουβαλούν στις πλάτες τους γεγονότα για τα οποία είναι δύσκολο να μιλήσουν και αδύνατο να σιωπήσουν. Όσο η πλοκή ξεδιπλώνεται και οι ήρωες συστήνονται με τα τρωτά κι άτρωτα σημεία τους, τόσο περισσότερο πείθεται κανείς πως είναι λάθος να γυρεύεις στα κλαδιά του δέντρου ό,τι είναι θαμμένο στις ρίζες. Μύθοι, αλήθειες, αρρώστιες, θάνατοι και κατάρες που πριν γυρίσουν στον αφέντη τους ταλανίζουν αθώες ψυχές, έρχονται νά κάνουν σαφές το ότι στο νέο βιβλίο της Ε. Γαληνού το αόρατο και το ανύπαρκτο μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό. Ότι η απόγνωση είναι υπνωτικό, καθώς νανουρίζει το μυαλό και το σπρώχνει στην απάθεια. Κι ότι οι περισσότεροι κρατούν μυστικά ακόμα κι από τον ίδιο τους τον εαυτό, και ότι κανείς δεν είναι τόσο πλούσιος ώστε να αγοράσει την ευτυχία. Και έτσι τελικά διαπιστώνουμε όλοι πως το ποτήρι της χαράς είναι πιο βαρύ, ίσως κι ασήκωτο, όταν είναι άδειο. Μέχρι τη στιγμή τουλάχιστον που θα συμβεί κάτι, όπως και μέσα στο μυθιστόρημα της Ε. Γαληνού, ικανό και αρκετό να μας θυμίσει πως μόνο το φως μπορεί να διώξει το σκοτάδι, κι η αγάπη μονάχα να τα βάλει στα ίσια με το μίσος.

                                       Ευλογίες που έχασαν το δρόμο τους για τους Μάγιερ, γυναίκες που άλλες αποδεικνύουν πως κατάθλιψη είναι η ανικανότητα σύλληψης κάποιου μέλλοντος, και πως η αυτοκτονία δεν είναι να θέλεις να πεθάνεις, αλλά να θες να εξαφανιστείς, κι άλλες που με τη στάση τους βεβαιώνουν πως δεν υπάρχει σφοδρότερη μανία από αυτή του περιφρονημένου θηλυκού, θα συνταράξουν την Ιρίνα. Με παραμονή που όλο και παρατείνεται στο αρχοντικό της Ελισσώς, με την αγάπη του Φίλιππου και των θετών γονιών της, αλλά και τους ισχυρούς δεσμούς αίματος με πρόσωπα που θα σημαδέψουν για πάντα τη ζωή και το πεπρωμένο της, η νεαρή γυναίκα που βρίσκεται στην πιο ευάλωτη προσωπική της φάση, θα αντιληφθεί πως αν θες να κατανοήσεις το άπειρο, πρέπει να εξερευνήσεις κάθε σπιθαμή του πεπερασμένου. Πως το νόημα της ζωής το βρίσκουμε παρέα με όποιον κερδίζει την καρδιά μας, και πως στο τέλος όλα πάνε καλά, κι όπως θα έλεγε κι ο Κοέλιο, αν δεν πάνε καλά, δεν είναι το τέλος.

                                Κοντολογίς, το βιβλίο της Ε. Γαληνού, πλούσιο σε εικόνες, συναισθήματα και ενορχηστρωμένη ατμοσφαιρικότητα, είναι γραμμένο με τρόπο που δείχνει πως το κακό δεν αντιμετωπίζεται με κακό, πως στη σιωπή δε μπορείς να κρύψεις όσα κρύβονται εύκολα στα λόγια, πως η γερή μνήμη είναι θείο δώρο, αλλά ακόμα ανώτερο είναι το να μπορεί να ξεχνάς όσους και όσα σε πληγώνουν, και πως είναι σοφία να αποκαλύπτονται αυτά που δεν γίνεται να μείνουν επ’ άπειρον κρυφά. Με χαρακτηριστική συνέπεια απέναντι στον αναγνώστη της, η Ε. Γαληνού υπογράφει δηλαδή, μία ιστορία όπου ο αληθινός τάφος των νεκρών είναι μόνο οι καρδιές των ζωντανών, όπου η αναζήτηση είναι μοιραία τόσο για την αλήθεια, όσο και για τη βεβαιότητα, όπου το να ζεις χωρίς ψευδαισθήσεις είναι εντέλει το μυστικό της ευτυχίας κι όπου μια μητέρα είναι η πιο αδιαπέραστη ασπίδα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος.