@επιμέλεια Άννα Μουσογιάννη

#μενουμεσπιτι με τη συγγραφέα Νατάσα Γκουτζικίδου

Πώς περνάει τις μέρες “εγκλεισμού” ένας συγγραφέας;

Ανήκω σε αυτούς που μέχρι πρόσφατα δούλευαν από το γραφείο τους. Πλέον, δουλεύω από το σπίτι μου. Υπάρχουν εκκρεμότητες του προηγούμενου καιρού που πλέον δεν σηκώνουν αναβολή. Γενικά, μένω πιστή στο σλόγκαν της εποχής #μενουμεσπιτι . Οπότε, διαβάζω, βγάζω βόλτες τον σκύλο μου, παίζω πολλά επιτραπέζια, βλέπω ταινίες και συνομιλώ πολύ με φίλους που είχαμε χαθεί λόγω υποχρεώσεων πριν από τον κορωνοϊό. Άλλωστε, το ποτήρι έχει σημασία πώς το βλέπει κανείς, εγώ προτιμώ μισογεμάτο.

Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτή την περίοδο και ποιο προτείνεις στον κόσμο γι αυτές τις μέρες που παραμένουν σπίτια τους;

Γενικότερα, διαβάζω αστυνομική λογοτεχνία. Μου αρέσουν οι ίντριγκες, τα μυστικά και το μυστήριο. Διάβασα «Η μέθοδος του φοίνικα» από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα και με ενθουσίασε η γραφή του Antonio Fusco, ενώ προτείνω ανεπιφύλακτα το «Εκεί που τραγουδούν οι καραβίδες» από εκδόσεις Δώμα. Ίσως, ό,τι πιο ανθρωποκεντρικό έχω διαβάσει.

Αν αυτή η χρονική περίοδος και αυτά που βιώνουμε ήταν μυθιστόρημα τι τίτλο θα έδινες;

Αν έπρεπε να διαλέξω έναν τίτλο… Χμ… «Λες και είναι ψέμα». Νομίζω ότι αυτό που ζούμε μέχρι πρότινος το θεωρούσαμε σενάριο κινηματογραφικής ταινίας ή πλοκή καλογραμμένου βιβλίου. Έλα όμως που το ζούμε, λες και είναι ψέμα…

Και τώρα ήλθε η ώρα του challenge : σου πετάω την “πένα” και θέλω να μας γράψεις μια σύντομη ιστορία με θέμα τον Κορωνοϊό, ό,τι σου έρχεται στο μυαλό:

Βγήκε στο μπαλκόνι. Νύχτωσε. Ξανά. Πάλι μόνη. Παλιά, αυτό δεν θα την ένοιαζε. Είχε τη δουλειά της, τους φίλους της, την κοινωνική της ζωή, το γυμναστήριο της. Το σπίτι της ήταν το καταφύγιό της. Ήθελε να επιστρέφει μετά από μια κουραστική μέρα, να πετάει τα πράγματά της όπου βρει και να απολαμβάνει την ησυχία της. Ζούσε μόνη τα τελευταία πέντε χρόνια. Οι γονείς της ζούσαν στο χωριό, μετά τη συνταξιοδότηση του πατέρα της και εκείνη πήγαινε κάθε τόσο να τους δει. Ήταν άλλωστε μια καλή ευκαιρία για να βρίσκεται τακτικά στην πόλη που τόσο αγαπούσε, το ακριτικό Διδυμότειχο με το κάστρο του, τον απέραντο κάμπο και το ποτάμι του. Ήταν το καταφύγιό της, η πόλη της, η ανάσα της. Ύστερα, ήρθε ο κορωνοϊός. Το τελευταίο προγραμματισμένο της ταξίδι δεν πραγματοποιήθηκε. Δεν πρόλαβε. Τους γονείς της τους έβλεπε μέσα από μια οθόνη, το ίδιο και τους φίλους τους. Στη δουλειά δεν πήγαινε πλέον, δούλευε εξ αποστάσεως. Γυμναστική έκανε από το σπίτι. Ήταν μόνη. Ένας νέος τρόπος ζωής που έμοιαζε αδιανόητος μόλις πριν από έναν μήνα, τότε που ανανέωνε το ραντεβού της με όλα τα σημαντικά της ζωής της. Η μόνη της διέξοδος ήταν το μπαλκόνι της, το οποίο μέχρι πρόσφατα ήταν διακοσμητικό. Όμορφο, αλλά χωρίς ζωή. Τώρα, ήταν η διέξοδός της στον έξω κόσμο. Έκπληκτη, διαπίστωσε ένα βράδυ πως τριγύρω της ζούσαν άνθρωποι που αγνοούσε. Μια οικογένεια Σύριων που είχαν πρόσφατα εγκατασταθεί στη χώρα και πάλευαν για μια νέα, καλύτερη ζωή, ένα νιόπαντρο ζευγάρι, μια οικογένεια με το μωρό τους και ένα γεροντάκι που ζούσε μόνο του αλλά έβγαινε κάθε απόγευμα στο μπαλκόνι να καπνίσει. Ήταν η αγαπημένη του συνήθεια, της το είχε δηλώσει σε μία από τις καθιερωμένες συναντήσεις τους. Ο καθένας από το μπαλκόνι του, εννοείται.

Βγαίνοντας στο μπαλκόνι, έριξε μια βιαστική ματιά τριγύρω. Κόντευαν μεσάνυχτα. Κανείς δεν ήταν έξω απόψε. Ούτε νωρίτερα ήταν. Μάλλον έφταιγε η ψυχρούλα. Είχε και αρκετά σύννεφα νωρίτερα… Και τότε, μια γλυκιά μελωδία τράβηξε την προσοχή. Εκεί, στο αντικρινό μπαλκόνι που συνήθως είχε κλειστά παραθυρόφυλλα, κάποιος στεκόταν όρθιος και έπαιζε βιολί. Ήταν ένας νεαρός άντρας, μάλλον κοντά στην ηλικία της. Δεν έδειχνε να την έχει προσέξει, η μουσική του τον είχε συνεπάρει. Το ίδιο κι εκείνη. Ήταν ό,τι πιο μεθυστικό είχε ακούσει ποτέ της, ό,τι πιο απλό και συνάμα πιο τρυφερό. Έβγαζε μελαγχολία, αλλά και ελπίδα. Ξαφνικά, γύρισε και την κοίταξε. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και ο χρόνος σταμάτησε… Τρία χρόνια μετά, όταν η ζωή είχε γυρίσει πίσω στην κανονικότητά της, έβλεπαν μαζί τον γιο τους να παίζει στο ίδιο εκείνο μπαλκόνι.

Ποιος είπε ότι ο έρωτας δεν βρίσκει πάντα χαραμάδες να ξεγλιστρήσει; Ποιος είπε ότι η ελπίδα δεν έχει χρώμα; Το χρώμα της αγάπης…

Ποιο τραγούδι όταν το ακούς σου φτιάχνει τη διάθεση και το αφιερώνεις στον κόσμο και τι εύχεσαι;

Το τραγούδι που ακούω όταν θέλω να φτιάξω τη διάθεσή μου είναι το παρακάτω: Το θεωρώ αισιόδοξο, γλυκό και ελπιδοφόρο.

Μένουμε σπίτι, δεν γκρινιάζουμε και σύντομα, θα απολαμβάνουμε ξανά υγιείς τον γαλάζιο ουρανό της πατρίδας μας και τις υπέροχες θάλασσές μας! Υπομονή!

Για κλείσιμο θα μας χαρίσεις ένα χαμόγελο αισιοδοξίας;

Λίγα λόγια για τη Νατάσα Γκουτζικίδου:

H Nατάσα Γκουτζικίδου γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με σαφή προτίμηση στην Εγκληματολογία. Έχει εργαστεί για χρόνια ως αρχισυντάκτρια σε πολιτιστικά και λαογραφικά περιοδικά, ενώ προσέφερε τις υπηρεσίες της ως κοινωνιολόγος- προϊσταμένη στην Κοινωνική Υπηρεσία του Δήμου όπου κατοικεί. Το 2007 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, “Το μυστικό των αλόγων”, από τις εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία για ν’ ακολουθήσουν “Ο χορός της νύμφης” (2008), “Της φωτιάς και του έρωτα” (2010), “Άγγελοι πολέμου (2011), “Θυμήσου πόσα μου χάρισες” (2012, εκδ. Δυάς) και “Το μυστικό των αλόγων, η επιστροφή” (2013), “Δάκρυα από αλάτι” (2014)Ελληνική Πρωτοβουλία. “Η Δανάη στο παλάτι του ήλιου”, Βροχή από πέτρα” (2014) “Για σένα μόνο” (2016) Εκδόσεις Μάτι. “Salina” (2016) Ερευνητές. “Η Σμύρνη της φωτιάς και του Έρωτα” (2017) Εμπειρία Εκδοτική. “Το καλοκαίρι εκείνο” (2018) Ωκεανίδα. Έχει συμμετάσχει, επίσης, στη συγγραφή του ταξιδιωτικού-πολιτιστικού λευκώματος με τίτλο “Οίκαδε”, ενώ έχει κυκλοφορήσει κι ένα παιδικό παραμύθι με το ψευδώνυμο Ζωή Ρέμου (Γη, το σπίτι μου!).