Εκείνη την ημέρα το ξύπνημα από τη μαμά ήταν λίγο πιό νωρίς από το συνηθισμένο.

Συνήθως, σε ξύπναγε κανά μισάωρο αργότερα, να σηκωθείς, να πιεις το γάλα σου, να ντυθείς και να σε κατεβάσει κάτω, όπου θα περάσει το σχολικό του Παιδικού Σταθμού να σε πάρει για το νηπιαγωγείο, όπου εκεί θα είναι και η κόρη του ιδιοκτήτη, η Βαλερί! Ένας λόγος που σηκώνεσαι τα πρωινά με μικρή έως καθόλου δυσκολία!…

Εκείνο το πρωί όμως, ήταν λίγο παράξενο. Το ξύπνημα, σα να είχε άλλο “αέρα” από τις άλλες φορές..

Σαν κάτι να συνέβαινε!

Ο μπαμπάς πάντα έφευγε νωρίτερα και ποτέ δεν τον έβλεπες όταν έφευγε. Μόνο όταν έρχονταν..

Εκείνο το πρωί, η μαμά, όχι μόνο σε ξύπνησε νωρίτερα απ’ότι συνήθως, αλλά ήταν και βιαστική! Μία βιασύνη, η οποία δεν δικαιολογούνταν από αυτό που φόραγε. Μόνο το νυχτικό της!

Τουλάχιστον αν φόραγε τα κανονικά της ρούχα, θα καταλάβαινες πως βιάζεται να πάει για δουλειά. Όμως αυτή σε ξύπνησε και έφυγε για το μπαλκόνι!

Εκείνο το μπαλκόνι, του σπιτιού που μένατε στη Νέα Σμύρνη που, από τον τρίτο όροφο που βρίσκονταν, είχε θέα στην απέναντι ωραία μονοκατοικία, με το μεγάλο κήπο και την ωραία κοπέλα! Αυτή που πολλές φορές κυκλοφορούσε στον κήπο φορώντας μόνο το νυχτικό της!

Εσύ, τεσσάρων ετών τότε, ήσουν άλλο ένα από τα αρσενικά μάτια που έβγαιναν στα μπαλκόνια τους για να δουν την ωραία κυρία. Μόνο εσύ, λόγω ηλικίας, είχες την πολυτέλεια να κοιτάς κατευθείαν στο όριο του ξενδιάντροπου, χωρίς να σε παρεξηγεί η ωραία κοπέλα με το νυχτικό! Ίσα ίσα, σου έκανε χαρούλες!..

Αλλά εκείνο το πρωινό, κάτι συνέβαινε σε εκείνη τη μονοκατοικία. Κάτι, που έκανε και τη μητέρα σου να κοιτάει προς τα εκεί με αγωνία! Κοιτάς και εσύ..

Η κοπέλα της μονοκατοικίας, φορώντας μία ελαφριά ρόμπα, πάνω από το νυχτικό της, κάθεται στο πεζούλι της βεράντας και κοιτά με έκδηλη αγωνία προς το σκαλοπάτι που οδηγεί στη βεράντα και την είσοδο του σπιτιού. Το σκαλοπάτι είναι μισοσπασμένο. Δύο κύριοι με στολές, που η μαμά σου είπε πως είναι πυροσβέστες, σπάνε λίγο λίγο, με προσοχή το σκαλοπάτι…

Από κάπου ακούγεται κάτι σαν κλάμα. Ποιός κλαίει;..

Η μαμά σου σου λέει τι γίνεται. Σου λέει πως η κοπέλα την προηγούμενη ημέρα πήρε ένα μικρό σκυλάκι. Ένα κουταβάκι. Αυτό άθελα του, χώθηκε στο σιφόνι του σκαλοπατιού και σφήνωσε! Αν μείνει εκεί, σίγουρα θα πεθάνει!

Για αυτό οι κύριοι πυροσβέστες σπάνε με προσοχή το σκαλοπάτι, έτσι ώστε να φτάσουν στο κουταβάκι χωρίς να το πληγώσουν. Το κλάμα που ακούγεται, είναι από το κουταβάκι!..

Αγωνία! Ξαφνικά ξέχασες να πιείς το γάλα σου. Ξέχασες να χτενίσεις το μαλλί για να αρέσεις στη Βαλερί! Ξέχασες και αυτή την ίδια τη Βαλερί!! Αμάν, το σκυλάκι!!!

Μένεις εκεί στο μπαλκόνι και κοιτάς και εσύ με αγωνία! Παρακολουθείς τις προσεκτικότατες κινήσεις των πυροσβεστών, που πόντο πόντο, ανοίγουν δρόμο προς την ελευθερία του κουταβιού! Βλέπεις και την ωραία κοπέλα της μονοκατοικίας που κοντεύει να μείνει στον τόπο από την αγωνία της!

Οι κλάψες του κουταβιού είναι τώρα εντονότερες! έπαθε κάτι;!!

Όχι! Απλά, έχει ανοίξει περισσότερο ο χώρος και ακούγεται πιό καθαρά! Ακόμα λίγο..

Λίγα λεπτά αργότερα και ο ένας πυροσβέστης χώνει το χέρι του στο σπασμένο σκαλοπάτι…

Με μεγάλη προσοχή, σχεδόν ευλαβικά βγάζει κάτι από εκεί. Τώρα το κλάμα του κουταβιού ακούγεται ολοκάθαρα!

Ναι! Στο χέρι του το κρατάει!

Μία μικρή χνουδωτή μπαλίτσα, ένα καταβρώμικο, αλλά κατά τα άλλα σε άριστη κατάσταση κουταβάκι! Η κοπέλα τινάζεται από το πεζούλι όλο χαρά και ευγνωμοσύνη! Χωρίς δισταγμό, παίρνει τη χνουδωτή μπαλίτσα στην αγκαλιά της και την κοιτάζει με λατρεία!

Ξεχωρίζει το κεφαλάκι και η ουρίτσα που κινείται δεξιά αριστερά με ξέφρενο ρυθμό!

Η ανακούφιση στη φυσιογνωμία της κοπέλας είναι ολοφάνερη.

Επιτέλους, ακούς τις φωνές της μαμάς σου και φεύγεις από το μπαλκόνι, για να προλάβεις το σχολικό!

Ούτε τη φράντζα πρόλαβες να φτιάξεις! 

Πως θα σε δει τώρα η Βαλερί;!!