από την Άρια Σωκράτους.

Κάποια στιγμή το θηρίο θυμάται πως είναι θηρίο.

Κάποiα ανύποπτη στιγμή για τους υπόλοιπους, αναμενόμενη όμως για το ίδιο.

Κάποιοι το αναγκάζουν να θυμηθεί.

Όταν εξωθούνται στα άκρα οι αντοχές μας, όταν οι άλλοι μας αναγκάζουν να ξεδιπλώσουμε μια άλλη πτυχή του χαρακτήρα μας που μέχρι τώρα αγνοούσαμε, απλά και μόνο για να επιβιώσουμε, τότε αποκαλύπτουμε ένα άλλο πρόσωπο.

Έτσι είμαστε οι άνθρωποι.

Κρύβουμε πολλά πρόσωπα και τα αποκαλύπτουμε το ένα μετά το άλλο μέχρι να φτάσουμε σε αυτό που δεν κρύβει κανένα άλλο. Στο τελευταίο πρόσωπο.

Αυτό το πρόσωπο είναι διαφορετικό για τον καθένα.

Κι εμείς οι ίδιοι καμιά φορά δεν μπορούμε να το δούμε.

Όχι το πρόσωπο των άλλων αλλά το δικό μας.

Ένα πρόσωπο που δεν αναγνωρίζουμε.

Αυτό το πρόσωπο γράφει πάντα τον επίλογο σε μια αδιέξοδη και επώδυνη κατάσταση.

Ένα επίλογο που κάποιοι άλλοι το ανάγκασαν να γράψει γι’αυτούς. Η γραμμή που χωρίζει τον θύτη από το θύμα είναι λεπτή, εύθραυστη και δυσδιάκριτη. Ένα όριο αμελητέο το οποίο είναι αρκετό για να σε περάσει στην αντίπερα όχθη.

Κάποιοι άνθρωποι όμως δεν γνωρίζουν ποτέ το τελευταίο τους πρόσωπο.

Η υπερβολική τους ευαισθησία δεν τους επιτρέπει να το δουν. Κι ας καταπιέζονται κι ας εξευτελίζονται ασύστολα από κάποια ανήμερα κτήνη που ονομάζονται άνθρωποι. Η ψυχή τους δεν αντέχει τόση πίεση, τόση αναλγησία.

Κάπου εκεί λυγίζουν και αφήνονται στη δίνη της κόλασης που οι άλλοι τους επέβαλαν επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Σαρτρ. Αυτοί οι άνθρωποι χάνονται άδικα αφήνοντας ως παρακαταθήκη ένα σπάνιο ήθος το οποίο ποτέ δεν εκτιμήθηκε. Αντίθετα, καταπατήθηκε και κατακρεουργήθηκε από μια κοινωνία υποκριτική, ανάλγητη, εμετική.

Μια κοινωνία η οποία υψώνει απειλητικά το δάχτυλο και απαγορεύει ρητά στους ανθρώπους να δείξουν το τελευταίο τους πρόσωπο.