από τον Μάριο Αποστολίδη.

Ξημέρωσε Κυριακή, δεν φτάνει που ήταν περίοδος καραντίνας ξύπνησε από τα χαράματα. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και ένα λεπτό άρωμα λεμονανθών γέμισε το διαμέρισμα.

Η άνοιξη είχε ράνει την πόλη του με όλα της τα αρώματα και αυτός κλειστός σε ένα διαμέρισμα μετρουσε τα ηλιακά στα γύρω σπίτια. Θλίψη του πλάκωσε το στήθος. Έπλυνε τα σεντόνια αν και κοιμήθηκε μέσα μόνο μιά νύκτα, σιγύρισε τα ερμάρια που ομολογουμένως είχαν το χάλι τους, καθάρισε τα ντουλάπια της κουζίνας και εκεί που νόμιζε ότι είχε προμήθειες γιά ένα μήνα, ανακάλυψε ότι ήταν όλα ληγμένα χρόνια τώρα και δεν το είχε πάρει χαμπάρι. Καθάρισε τα τζάμια και έπλυνε και τις κουρτίνες και μετά κάθησε στο μπαλκόνι και μετρούσε τα ηλιακά στις γύρω ταράτσες.

Νά ‘χε τουλάχιστο ένα σκυλί, θα εύρισκε μιά δικαιολογία να βγει να περπατήσει για λίγο. Το σκυλί του γείτονα είχε κουραστεί υπερβολικά, μετά που το είχε βγάλει για περίπατο όλη η πολυκατοικία, δεν ήθελε να το αποτελειώσει αυτός. Πήρε το κινητό και έστειλε μύνημα στο 8998 , πληκτρολόγησε το 6 και βγήκε στο δρόμο.

Ένα αίσθημα παράνομης ελευθερίας τον κατέκλυσε, ένοιωσε σαν δραπέτης και περίμενε από στιγμή σε στιγμή να τον συλλάβουν…

Οι δρόμοι αδειανοί, στα πεζοδρόμια λεμονιές και κιτρομηλιές σκορπούσαν το άρωμα τους παντού ένω μέλισσες θέριζαν ανενόχλητες το νέκταρ από τους ανθούς. Πήγε γιά λίγο στο παραλιακό μέτωπο, φυσούσε και τα κύματα κτυπούσαν με μανία στους κυματοθραύστες αφρίζοντας από το κακό τους. Η σκόνη στην ατμόσφαιρα είχε υποχωρήσει και στον ουρανό φάνηκαν τα σύννεφα που σαν τα φτερά άσπρου παγωνιού άνοιγαν σε όλο το στερέωμα. Κανένας θόρυβος, αυτοκίνητα πουθενά, πόσο ωραίος θα ήταν ο παραλιακός δρόμος αν τελικά γινόταν πεζόδρομος….

Η πόλη έμοιαζε να είχε βομβαρδιστεί με ένα τοξικό αέριο και χάθηκαν όλοι οι άνθρωποι. Πουλιά κελαιδούσαν μέσα από τα φυλλώματα των φοινίκων, χελιδόνια διέσχιζαν τον αέρα με τα χαρούμενα τιτιβίσματα τους. Μικρά πάρκα έρημα από ζωή, παιδικές χαρές, τριγυρισμένες με κορδέλλες κόκκινες, απαγορευτικές σημάνσεις. Παλιά σπίτια έδιναν την θέση τους σε μοντέρνες πολυκατοικίες που ξεφύτρωναν παντού σαν μανητάρια. Άλλαζε το πρόσωπο της πόλης του, οι παλιές γειτονιές έχαναν σιγά σιγά τον χαρακτήρα τους και οι άνθρωποι απομονωμένοι ζούσαν σε πολυτελή διαμερίσματα, μόνο το άρωμα των λεμονανθών έμενε γιά να θυμίζει τις παλιές καλές εποχές.

Λεμεσός στα χρόνια του κοροναιού. 5-4-2020