από τη Χριστίνα Καπράλου.

Στάσου! Πού πάς;

Στάσου μην φύγεις!

Ο γλάρος με ανοιχτές φτερούγες ετοιμάζεται για μεγάλο ταξίδι.

Ουρανός και θάλασσα ο κόσμος του όλος.

Όχι! Μην φύγεις σήμερα!

Δες τι χρώμα έχει ο ουρανός!  Όχι μη σε παρακαλώ! Αυτό το σύννεφο δεν μου αρέσει καθόλου!

Ε σύννεφο φύγε! Φύγε σου λέω!

Εμεινα εδώ να παρακαλάω τον αερα να φυσήξει και να πάρει το σύννεφο μακριά.

Μα αν φυσήξω θα σηκωθεί κύμα, μου λέει ο αέρας.

Σηκώνω το κεφάλι μου κοιτάζω ευθεία μπροστά και τον βλέπω να ανοίγει τις φτερούγες του σαν να κάνει πρόβα για μεγάλη πτήση.

Η θάλασσα φουρτουνιασμένη, η λευκή αφρισμένη κορυφή από ένα κύμα της, ακουμπάει τον ουρανό, και μια σταγόνα αλμυρή φτάνει μέχρι εκεινη  εκει, την  ακτίνα του Ηλιου.

Μπά σε  καλό  σου με τρόμαξες! Είπε η ακτίνα με νάζι.

Σε δρόσισα είπε το κύμα!

Ωρα να φεύγω είπε ο γλάρος και τιναξε τις φτερούγες του για να ξεμουδιάσουν.

Παρατηρώ τα χρώματα! Μπλέ σκούρο, γαλάζιο και λευκό στο κάτω μέρος του οπτικού μου πεδίου, μια χρυσή γραμμή χωρίζει τον ουρανό από την θάλασσα. Ένα λευκό σύννεφο κρύβει τον ηλιο,  και μια χρυσή ναζιάρα ακτινα φωτίζει τα ολολευκα φτερά  του φίλου μου.

Ναι είναι πολλά χρόνια φίλος μου, σταθερή αξία η παρουσία του.

Επαναστάτης από κούνια, η θέση του να, εδώ! ανάμεσα σε ουρανό και θάλασσα, ταιριαστός με τα χρώματα γύρω του.

Αχ και νάξερες πόσο σου πάει το χρυσαφί!

Αχ και νάξερες ποσο όμορφος φαίνεσαι πάνω από αυτό το κύμα!

Του γλυκομιλάω! Χρόνια ολόκληρα του λέω γλυκολογα  και του αλλάζω γνώμη. Κάθε φορά  που τον βλέπω να τινάζει τα φτερά του για να ξεμουδιάσουν του λέω ερωτόλογα και αυτός αλλάζει γνώμη και δεν φεύγει.

Ο γλάρος με κοιτάει  ισια στα μάτια.

Απόψε θα φύγω μου λέει και η φωνή του έχει σιγουριά.

Όχι! Δεν σε αφήνω!

Να! Δες,  θα ανάψω  τα πολύχρωμα λαμπάκια εδώ πλάι που ξέρω ότι σου αρέσουν.

Να! Ακου, θα βάλω και μουσικες με ήχους από κύματα! Ακου! Ακου!

Να θα κάψω και αιθέρια έλαια με μυρωδιές θαλασσινές.

Μα τι άλλο θέλεις πια;

Μα εδώ είσαι ασφαλής! Ενας τοιχος ολόκληρος δικός σου! Εδώ κανείς δεν θα σου κάνει ποτέ κακό.

Με ενοχλεί η κορνίζα! Θέλω να ανοίξω τις φτερούγες μου πιάστηκα τόσα χρόνια! μου είπε ο γλάρος.

Ξέρεις τι μου λείπει; Ενας βράχος να πηγαίνω να ξαποσταίνω όταν κουράζομαι!

Ποιος με εβαλε στην κορνίζα; Με ρώτησε ο γλάρος με ανθρώπινη φωνή

Εγώ! Εγώ πριν πολλά χρόνια! Δεν θυμάσαι; του απάντησα.

Για θυμήσου που μπερδεύτηκα και βούτηξα το πινέλο στο τσίπουρο αντι για το νερο.

Κρατιέμαι να μην γελάσω!

Τον βλέπω να θυμώνει!

Κακούργα! Γιαυτό η αριστερή μου φτερούγα είναι λιγο πιο μικρή.  Μου την τσουρούφλησες. Επίτηδες το έκανες για να μην σου φύγω!

Όχι όχι! Δεν το έκανα επίτηδες! Αλήθεια σου λέω! Στο ένα ποτήρι ξέπλενα τα χρώματα και στο άλλο ξέπλενα τους πόνους μου και τα βάσανα μου.

Μπερδεύτηκα! Λάθος μου! Μα πότε θα με συγχωρέσεις;

Και δε μου λες…. Χάθηκε ο κόσμος να ζωγραφίσεις και ένα βράχο εκει κάτω; Tόσο δύσκολο ήταν; Δεν σκέφτηκες ότι με τις φτερούγες ανοιχτές θα κουραζόμουν;  Δεν σκέφτηκες ότι θα ήθελα και εγώ κάπου να ξαποστάσω; Ο γλάρος μου έλεγε τα παραπονά του.

Συγχώρα με! Μου είχε τελειώσει το χρώμα το καφέ, του απολογηθηκα.

Ε και; Ας έφτιαχνες ένα βραχο γκρί ένα βράχο κόκκινο….. ένα βράχο με ότι χρώμα είχες δεν θα χαλούσαμε γιαυτο  τις καρδιές μας, μου ειπε ο γλάρος με παράπονο.

Τον κοιτάζω και σκέφτομαι πως έχει και αυτός το δίκιο του!

Ψιτ! Ομορφιά! Του λέω με όση γλύκα εχω διάθεσιμη αυτή την ώρα.

Αύριο! Αυριο θα σε λευτερώσω! Αυριο θα βγάλω την κορνίζα και θα σου φτιάξω ένα βράχο με ότι χρώμα διαλέξεις εσυ! Ναι;

Κάθομαι αναπαυτικά στην πολυθρόνα …. Κόκκινο, κίτρινο, μπλε, πράσινο,  τα φωτάκια μου στον διπλανο τοίχο αναβοσβήνουν ρυθμικά, ξεχνιέμαι με την μουσική, ήχος από κύματα γεμίζει το δωμάτιο και τα αιθέρια έλαια ναι, έχουν θαλασσινη μοσχοβολιά.

Ο γλάρος μου ο δικός μου γλάρος άλλαξε για μια ακόμη φορά γνώμη. Θα μείνει εδώ συντροφιά μου! Φίλος πιστός και συνοδοιπόρος στο μοναχικό μου ταξίδι.