Από την Ισμήνη Χαρίλα

Το 1901, τέσσερα δηλαδή χρόνια πριν την Α΄ Ρωσική Επανάσταση, παρουσιάστηκε στο Θέατρο Τέχνης στη Μόσχα το διάσημο τετράπρακτο δραματικό έργο του Αντόν Τσέχωφ, «Οι τρεις Αδελφές».

Ο δημιουργός τοποθετεί τον χώρο εξέλιξης των γεγονότων σε μια επαρχιακή πόλη όπου ζουν οι βασικές πρωταγωνίστριες τα τελευταία έντεκα χρόνια. Η Όλγα, η Μάσσα και η Ιρίνα είχαν μετακομίσει εκεί με τον στρατιωτικό πατέρα τους – που πέθανε πριν έναν χρόνο – και εξακολουθούν να παραμένουν στην πόλη μαζί με τον αδελφό τους, τον Αντρέι. Η Όλγα εργάζεται ως καθηγήτρια στο τοπικό Γυμνάσιο, η Μάσσα είναι παντρεμένη και η ζωή τους φαίνεται να μην κρύβει πλέον καμιά ευχάριστη έκπληξη. Απογοητευμένες τόσο αυτές όσο και η μικρότερη Ιρίνα, από τη μονοτονία και την πλήξη που νιώθουν, αποφασίζουν να επιστρέψουν στο σπίτι τους στη Μόσχα, θεωρώντας ότι εκεί η καθημερινότητά τους θα αποκτήσει κάποιο νόημα.

Η προσδοκία τους εκδηλώνεται από την πρώτη κιόλας σκηνή και ο Τσέχωφ παίζει με τις αντιθέσεις και την αντιπαραβολή εικόνων του παρελθόντος και του παρόντος. Έτσι το κρύο, το χιόνι, η βροχή και το μαύρο φόρεμα που φορούσε η Ιρίνα το προηγούμενο έτος αντικαθίστανται από τον ήλιο και το λευκό φόρεμα που συμβολίζουν την επιθυμία για ζωή και την επιτακτική ανάγκη για άντληση ελπίδας από κάθε δυνατό σημείο.

Το όνειρο της επιστροφής λοιπόν στη Μόσχα δίνει το έναυσμα για μια σειρά συμβολισμών που ξεδιπλώνονται κατά την ιστόρηση της πλοκής, αλλά και ποικίλους φιλοσοφικούς σχολιασμούς που διευκολύνονται από τους διαλόγους με τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου που είναι κυρίως στρατιωτικοί φίλοι της οικογένειας.

Όπως προαναφέρθηκε, το έργο παρουσιάστηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα και στον προθάλαμο μιας νέας εποχής που οι άνθρωποι, καταπονημένοι από πρωθύστερες δυσχερείς καταστάσεις, διψούσαν για την αλλαγή, τη βελτίωση και την επίλυση των προβλημάτων τους. Όπως ακριβώς επομένως και οι τρεις αδελφές, η ανθρωπότητα προτίθετο να διαγράψει την ασχήμια, να ξεφορτωθεί οτιδήποτε την ταλάνιζε και να γυρίσει μια νέα σελίδα στο βιβλίο της ιστορίας.

Ως εκ τούτου, ο Τσέχωφ επισημαίνει τις υπαρξιακές αυτές αναζητήσεις και τη διαφορετική στάση που επιλέγει να κρατήσει ο καθένας, εστιάζοντας είτε στην πεσιμιστική, είτε στην οπτιμιστική θεώρηση των πραγμάτων. Παράλληλα δίνει το στίγμα της εποχής του και της Ρωσίας που, ενώ έχει επηρεαστεί από τη Βιομηχανική Επανάσταση, εξακολουθεί να βασίζεται στην αγροτική οικονομία και αδυνατεί να ικανοποιήσει τα αιτήματα των φτωχών ατόμων. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο συνεπώς τονίζεται η ανάγκη για εργασία και η εκπαίδευση όλων των πολιτών που θα οδηγήσει στην πρόοδο και την ανάπτυξη.

Επιπρόσθετα, όπως και σε άλλα πονήματά του, ο συγγραφέας περιγράφει την ατμόσφαιρα της ρωσικής επαρχίας και τη δυσκολία των εκπροσώπων των ανώτερων κοινωνικών τάξεων να προσαρμοστούν σε χώρους που περιορίζουν τις δυνατότητές τους, αφού, όπως εξηγεί και ο Αντρέι, «στη Μόσχα (…) δεν γνωρίζεις κανέναν και όμως δεν αισθάνεσαι απομονωμένος. Εδώ τους γνωρίζεις όλους και αισθάνεσαι ξένος. Ξένος και μόνος».

Ο αρνητισμός που βαραίνει τις τρεις γυναίκες και τον αδελφό τους τούς ωθεί να στηρίξουν τις ελπίδες τους στην επιστροφή στα πάτρια εδάφη. Φυσικά το όνειρο εμποδίζεται τόσο από τις βάσεις πάνω στις οποίες έχουν βασίσει την πραγματικότητά τους, όσο και από το επίπεδο θέλησης πραγμάτωσης του σκοπού τους.

Προκύπτει επομένως το συμπέρασμα ότι τίποτα δεν δύναται να αλλάξει, αν δεν ξεπεραστούν οι αναστολές. Ούτως ή άλλως «ο άνθρωπος θα παραπονιέται πάντα ότι είναι δύσκολη η ζωή, αλλά θα φοβάται μονίμως τον θάνατο και δεν θα θέλει να πεθάνει».

Καθώς ολόκληρη η ύπαρξη του ατόμου βασίζεται στον αιώνιο κύκλο των θετικών και αρνητικών στοιχείων, η ελπίδα είναι κατά συνέπεια εκείνη που βρίσκει μια σχισμή για να αναζωπυρώσει τη φλόγα των ονείρων και με γνώμονα αυτήν τη συλλογιστική ο Τσέχωφ κλείνει την αυλαία με μια εικόνα όπου η μελαγχολία επιζητά να κρατηθεί από το όραμα της αρχής και όχι του τέλους και η λύπη και ο θάνατος εναλλάσσονται με τη χαρά και τη γέννηση.