@επιμέλεια Άννα Μουσογιάννη

Σήμερα #μενουμεσπιτι με τη Φραντζέσκα Μάνγγελ

Πως περνάει αυτές τις μέρες μια συγγραφέας;

Μια συγγραφέας δεν έχω πλήρη εικόνα για να σου απαντήσω μιας και εγώ περνώ το μεγαλύτερο κομμάτι της ημέρας μου ως μαμά. Φροντίζω το σπίτι και τη δίχρονη κορούλα μου˙ μαγειρεύουμε, διαβάζουμε, ζωγραφίζουμε, χορεύουμε, φτιάχνουμε χειροτεχνίες… Κάνουμε οτιδήποτε μπορεί να δώσει χρώμα και φως στο μαύρο αυτών των ημερών, πάντα εντός σπιτιού.

Όσο για τη συγγραφέα, είναι ένα πολύ μικρό κομμάτι της καθημερινότητας μου. Ξυπνάει όταν το σπίτι κοιμάται, αργά το βράδυ ή πολύ νωρίς το πρωί. Τότε γράφω, διαβάζω και σκέφτομαι με κλειστά μάτια. Περισσότερο απ’ όλα το τελευταίο. Όλη αυτή η κατάσταση που ζούμε είναι τροφή για σκέψη. Δύσπεπτη μεν αλλά τροφή. Σε κάνει να αναθεωρήσεις πολλά. Και γράφει μέσα σου ιστορίες που δεν ήξερες πως υπάρχουν.

Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτή την περίοδο;

Τελειώνω το 1984 του Όργουελ. Είναι ένα βιβλίο που ήθελα να διαβάσω εδώ και πολλά χρόνια όμως πάντα κάτι προέκυπτε και το αμελούσα. Νομίζω διάλεξα την πιο κατάλληλη στιγμή… Ή ακατάλληλη! Η ιστορία είναι δυστοπική και παράλληλα τρομαχτικά αληθινή. Είναι από αυτές τις ιστορίες που λες ότι απέχει έτη φωτός από την πραγματικότητα, τη ίδια στιγμή που μια φωνή μέσα σου ψιθυρίζει το αντίθετο. Η πορεία της ανθρωπότητας έχει δείξει εξάλλου πως και τα πιο παράλογα μπορούν να συμβούν. Και η παρούσα κατάσταση που βιώνουμε, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη.

Αν αυτή η χρονική περίοδος ήταν βιβλίο τι τίτλο θα είχε;

«Ο φόβος». Είναι το συναίσθημα που υπερτερεί αυτή την περίοδο και πολύ φοβάμαι πως θα είναι και το δυσκολότερο να αποτινάξουμε από πάνω μας όταν όλα τα υπόλοιπα θα έχουν ξεπεραστεί.

Και τώρα ήρθε η ώρα του challenge: σου πετάω την «πένα» και θέλω να μας γράψεις μια σύντομη ιστορία με θέμα τον Κορωνοϊό, ό,τι σου έρχεται στο μυαλό.

Ένα πιάνο την Άνοιξη

Κάθε απόγευμα, προ COVID-19 εποχής, στον ίδιο καθημερινό περίπατο που κάναμε με την κόρη μου με προορισμό το πάρκο, παρεμβάλλονταν λίγο πιο κάτω απ’ το σπίτι μας, οι νότες ενός πιάνου. Έρχονταν από μία πολυκατοικία κοντά στο δρόμο. Περνούσαν ανάμεσα απ’ τα δέντρα και για κάποιον, ανεξήγητο λόγο, μου χάριζαν μία μικρή ευτυχία. Από αυτές που δεν ζητάς, ούτε πληρώνεις κάτι για να τις αποκτήσεις. Δεν ήταν καμία σπουδαία μελωδία, δεν την αναγνώριζα καν, όμως να που δεν χρειάζεται τελικά κάτι να ‘ναι σπουδαίο για να είναι όμορφο. Αρκεί που υπάρχει.

Χειμώνα, Άνοιξη, Καλοκαίρι το πιάνο ήταν πάντα εκεί. Να με γαληνεύει, να με ηρεμεί, να μου υπενθυμίζει πως η ουσία βρίσκεται στα αόριστα κι απλά. Σε αυτόν τον ίδιο, καθημερινό και επαναλαμβανόμενο περίπατο ανεξαρτήτου εποχής και συνθηκών. Σε αυτό το πιάνο που ταίριαζε τόσο όμορφα με τη βόλτα και το θρόισμα των δέντρων. Φανταζόμουν πάνω απ΄ τα πλήκτρα μία πολύ μεγάλη γυναίκα ή ένα πολύ μικρό κορίτσι. Ή και τα δυο μαζί. Μια πολύ μεγάλη γυναίκα να κατευθύνει τα δάχτυλα ενός πολύ μικρού κοριτσιού.

Πάει μήνας που έχουμε να βγούμε. Μια δυο φορές που πεταχτήκαμε ως το τετράγωνο, ο δρόμος ήταν έρημος και βουβός. Σταθήκαμε για μια στιγμή κάτω από την πολυκατοικία. Δεν ακουγόταν τίποτα. Ίσως η γιαγιά με το κορίτσι να μην είναι πια μαζί. Ίσως… Τι ψάχνεις τέτοιες ώρες, μονολόγησα και πήρα την κόρη μου πάλι μέσα.

Δεν ξέρω πόσα μικρά δικά σας, σας λείπουν αυτές τις μέρες. Φαντάζομαι αμέτρητα. Πράγματα ασήμαντα και σημαντικά, πράγματα μικρά-μεγάλα, πράγματα κουτά, όπως αυτό το άτιμο πιάνο που τώρα έχει σωπάσει και θέλω να βγω, να του φωνάξω από κάτω, «Παίξε! Για το Θεό, παίξε κάτι!»

Έπειτα ηρεμώ. Συνετίζομαι. Σκέφτομαι πως εκείνο ξέρει. Κατά βάθος ξέρουμε όλοι μας. Τώρα η ομορφιά κάνει ένα βήμα πίσω για να πάρει το λόγο η σιωπή. Αυτή που προηγείται μιας υπέρτατης προσπάθειας. Του αγώνα για τη ζωή. Και τούτο το πιάνο, μαζί με όσα μας λείπουν, φυλούν τη μουσική τους για τη στιγμή που θα βγούμε πάλι στους δρόμους. Όταν θα αγκαλιαστούμε δίχως φόβο. Όταν όλα θα ‘χουν τελειώσει …για να αρχίσουν πάλι απ’ την αρχή.

Ποιο τραγούδι όταν το ακούς σου ανεβάζει τη διάθεση και το αφιερώνεις στον κόσμο;

Το «Φίλα με ακόμα», διασκευή του ιταλικού “Baciami Ancora”, από τους Μουζουράκη-Μαραβέγια. Το άκουσα τυχαία τις προάλλες, είδα ξανά το βίντεο κλιπ με όλο τον κόσμο στους δρόμους, τα χαμόγελα, το φως, την υπαίθρια γιορτή στο κέντρο της πόλης και είπα μέσα μου «Να! Για αυτό παλεύουμε. Για αυτά τα μικρά πολύτιμα. Την αγκαλιά, την ξενοιασιά, την επαφή, το φιλί.»

Μια ευχή

Εύχομαι δύναμη και υγεία σε όλο τον κόσμο. Σωματική και ψυχική. Η περίοδος που διανύουμε είναι πάρα πολύ δύσκολη. Δοκιμάζεται το σώμα και το πνεύμα μας. Όλοι νιώθουμε εγκλωβισμένοι, φοβισμένοι και αποπροσανατολισμένοι, μιας και η παρούσα φάση ξεπερνά τη ζωή όπως την ξέραμε. Αυτή τη στιγμή λοιπόν ας μην κρυβόμαστε. Ας μην προσποιούμαστε. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να προσπαθούμε να δείχνουμε ευτυχισμένοι. Αρκεί που παλεύουμε να σταθούμε δυνατοί, για την ασφάλεια τη δική μας και των συνανθρώπων μας.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Φραντζέσκα Μάνγγελ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Από το 1997 έως το 2000 σπούδασε Εφαρμοσμένες Τέχνες στην Αγγλία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της ήρθε σε επαφή με τον κέλτικο πολιτισμό, ο οποίος και την ενέπνευσε για τη συγγραφή της “Νύχτας του Σάουιν”.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εργάστηκε ως δημοσιογράφος και αρχισυντάκτρια και παράλληλα δίδασκε σε Εργαστήρι Ελευθέρων Σπουδών. Έχει συνεργαστεί με πολλές διαφημιστικές εταιρείες στο κομμάτι της επιμέλειας και παραγωγής.

Από το 2011 εργάζεται ως κειμενογράφος και μεταφράστρια. Διατηρεί το δικό της blog, www.readink.gr. Η “Νύχτα του Σάουιν” είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Ενώ το δεύτερο της μυθιστόρημα είναι το Καχαραμπού, Η συνέχεις της Νύχτας του Σάουιν¨ από τις εκδόσεις Bell (πηγή www.bookia.gr/ ).