Από την Ισμήνη Χαρίλα

Δυο πόλεις – το Λονδίνο και το Παρίσι – και το ιστορικό πανόραμα δεκαοχτώ περίπου ετών, από το 1775 ως το 1793, αποτελούν τον βασικό κορμό του μυθιστορήματος «Ιστορία δυο πόλεων» του Τσαρλς Ντίκενς που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1859 και επανεκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ψυχογιός και σε μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου.

Η αφήγηση ξεκινά με τη συνάντηση ενός Γάλλου γιατρού με τη δεκαοχτάχρονη κόρη του μετά την αποφυλάκισή του από τις φυλακές τις Βαστίλης. Σταδιακά ο δημιουργός ξεδιπλώνει την επανασύνδεση της οικογένειας, τις συνθήκες εγκατάστασής της στο Λονδίνο και την προσπάθεια του γιατρού να ξεφύγει από τον κόσμο της σχιζοφρένειας στον οποίο τον είχε βυθίσει ο εγκλεισμός του και να επιστρέψει σε μια φυσιολογική ζωή, αφήνοντας πίσω του τις δυσάρεστες αναμνήσεις.

Πρόσκαιρα, φαίνεται ότι η απόπειρά του είναι επιτυχής, όταν όμως η κόρη του παντρεύεται και ο γαμπρός του καταλήγει, όπως και ο ίδιος παλαιότερα, να φυλακιστεί στο Παρίσι για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε, ο κύκλος του πόνου ανοίγει ξανά. Αυτήν τη φορά όμως ο γιατρός δεν λυγίζει και καταφέρνει με σθένος να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της πραγματικότητας προς χάριν της κόρης και της εγγονής του.

Βαθμιαία και μέσω της διήγησης επομένως των εξελίξεων, ο Ντίκενς παραδίδει ένα τεκμήριο ιστορικού σχολιασμού αναφορικά με την κατάσταση που επικρατούσε τότε στην Αγγλία και τη Γαλλία, δίνοντας το στίγμα της εποχής από την πρώτη κιόλας πρόταση του κειμένου.

«Ήταν οι καλύτεροι καιροί, ήταν οι χειρότεροι καιροί, ήταν η εποχή της σοφίας, ήταν η εποχή της ανοησίας, ήταν τα χρόνια της πίστης, ήταν τα χρόνια της δυσπιστίας, ήταν η εποχή του Φωτός, ήταν η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας, ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε τα πάντα μπροστά μας, δεν είχαμε τίποτε μπροστά μας, πηγαίναμε όλοι γραμμή για τον Παράδεισο, πηγαίναμε γραμμή όλοι προς την αντίθεση κατεύθυνση – κοντολογίς, η περίοδος εκείνη έμοιαζε τόσο πολύ με την τωρινή, που κάποιες από τις πιο θορυβώδεις αρχές της επέμεναν, για καλό ή για κακό, να γίνεται αντιληπτή με ακραίες αντιθέσεις μονάχα».

Η μεν Αγγλία λοιπόν ταλανιζόταν από τη μια πλευρά από τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει στις αποικίες της στην Αμερική και από την άλλη επιχειρούσε να επιβληθεί στην αντιπαράθεσή της με τη Γαλλία που είχε ταχθεί υπέρ των αποίκων. Ο δε βασιλιάς της Γαλλίας προσπαθούσε μάταια να βρει λύση για την οικονομική δυσπραγία που διόγκωνε την οργή του λαού που δεν άντεχε άλλο την υπέρογκη φορολογία, τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης και την καταδυνάστευση των αριστοκρατών. Ως εκ τούτου ήταν μια περίοδος που οι απλοί πολίτες δεινοπαθούσαν και αν αποφάσιζαν να αντιδράσουν ενάντια στην αδικία και τη βία, φυλακίζονταν και εξαφανίζονταν από την κοινωνία, όπως ακριβώς και ο πρωταγωνιστής του παρόντος έργου.

Η κατάσταση στις φυλακές, τόσο στη Βαστίλη, όσο και στον Πύργο του Λονδίνου, ήταν απάνθρωπες και οι καταδικασθέντες – που η πλειονότητά τους βρισκόταν εκεί μέσα για λόγους που δεν είχαν καμιά σχέση με την απονομή δικαιοσύνης – σπάνια ξαναέβλεπαν το φως του ήλιου. Η βαναυσότητα και η απουσία οποιασδήποτε θετικής αντιμετώπισης των φυλακισθέντων λοιπόν απεικονίζονται με γλαφυρές περιγραφές που διευκολύνονται προφανώς και από την προσωπική βιωματική εμπειρία του Ντίκενς, αφού η οικογένειά του αναγκάστηκε να ακολουθήσει τον πατέρα στη φυλακή εξαιτίας του χρέους του σ’ έναν αρτοποιό.

Όπως και στα υπόλοιπα μυθιστορήματα του δημιουργού, η λεπτομερής σκηνογραφική απεικόνιση και η ψυχογραφική ανάλυση των ηρώων είναι έντονη και στο συγκεκριμένο πόνημα, ενώ διακρίνεται αβίαστα η θεματική διακλάδωση που ξεκινά με μια μικρογραφική κοινωνική αποτύπωση.

Οι βασικοί εξουσιαστικοί πυλώνες λοιπόν πριν την επανάσταση ήταν η άρχουσα τάξη και η εκκλησία που χειραγωγούσαν και καθοδηγούσαν κατά βούληση τον λαό που διαβιούσε σε συνθήκες εξαθλίωσης, πείνας και μιζέριας. Υπεράνω και των δυο όμως ήταν και παρέμεινε η δύναμη του χρήματος με συντονιστή τις τράπεζες. Ο πόθος της υπεροχής και η απληστία δεν διεγράφησαν από τους κόλπους της κοινωνίας, ακόμα και μετά την ανατροπή του παλαιού καθεστώτος, αλλά άλλαξαν απλώς βαθμίδα εκπροσώπησης, αφού από τους υποκριτές αυλικούς μεταφέρθηκαν στους επαναστάτες.

Με λεπτή ειρωνεία, ο Ντίκενς προχωρά στην παράθεση της θεματικής του βασιζόμενος και σε δυο γνωστά στοιχεία της λογοτεχνικής έκφρασης του δεκάτου ενάτου αιώνα, δηλαδή το παιχνίδι εναλλαγής ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι και την παρουσία υδάτινου στοιχείου που παρουσιάζεται είτε με τη μορφή βροχής, είτε φυσικών πόρων και λειτουργεί άλλοτε λυτρωτικά και άλλοτε ως ρυθμιστής έντασης της αγωνίας.

Μέσα στο πλαίσιο της αναπαράστασης της εποχής δεν θα μπορούσε βέβαια να απουσιάζει το πρόβλημα του σκοταδισμού, της άγνοιας και η επιτακτική ανάγκη εκπαίδευσης και μόρφωσης που ήταν άλλωστε και ένα από τα κυριότερα αιτήματα των επαναστατικών κομμάτων, προκειμένου να βελτιωθεί τόσο η κατάσταση των γυναικών και των παιδιών μέσα στην οικογένεια και στους χώρους εργασίας, όσο και στην εν γένει βελτίωση της ζωής των ανθρώπων.

Όσο προχωρά άρα η αφήγηση και φαίνεται ότι ο θάνατος και η αγριότητα μονοπωλούν την εποχή, ο συγγραφέας επισημαίνει την ανάγκη ελπίδας και προσδοκίας ενός καλύτερου μέλλοντος. Η αγάπη, η αλληλεγγύη, η προσφορά και η αυτοθυσία για την προάσπιση ενός υπέρτατου σκοπού αναδεικνύονται νικήτριες στη μάχη της ανθρώπινης επιβίωσης και η πράξη ανωτερότητας στο κλείσιμο της αυλαίας από έναν δυστοπικό αρχικά ήρωα αποδεικνύει ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και η πρώτη εντύπωση ενδέχεται συχνά να είναι λανθασμένη.

Συνοψίζοντας, θα πρέπει πάντως να ειπωθεί ότι τα παραπάνω είναι ορισμένα μόνο από τα κύρια σημεία της «Ιστορίας δυο πόλεων» που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνικής κληρονομιάς και αποδεικνύει περίτρανα την έννοια του «κλασικού» στην Τέχνη.