από την Μάρθα Πατλάκουτζα.

            «Είσαι εδώ;» ήχησε η ερώτηση σαν το θρόισμα του βραδινού βοριά.

            «….».

            Το σκοτάδι μουδιασμένο άκουσε τη συνομιλία. Γεμάτο περιέργεια ανάσανε βαθιά.
            «Είσαι εδώ! Το ξέρω. Μίλα μου», απαίτησε η φωνή. Κι έκανε να περιμένει. Μα δεν μπορούσε άλλο.

            Είχαν περάσει πάνω από δύο χρόνια που είχε προτιμήσει την αφωνία. Την είχε επιλέξει για να σταματήσει τον ήχο του πόνου.

            Θυμόταν, σαν να ήταν το προηγούμενο βράδυ, όλες εκείνες τις νύχτες που είχε ξαγρυπνήσει παλεύοντας να κρατήσει το όνειρο ζωντανό. Δεν τα κατάφερε. Το όνειρο αργοπέθαινε…

            Πώς όμως να αφήσεις κάτι που έχεις αγαπήσει άδολα, σε πείσμα όλων;

            «Μίλα μου», έκανε η φωνή. «Μίλα μου. Βάλε ένα τέλος στην αφωνία. Δεν ωφελεί να τα κρατάς άλλο μέσα σου. Είναι και ο θρήνος κομμάτι της απώλειας. Αλλά και το βήμα για να προχωρήσεις παρακάτω. Θα γιάννουν κι αυτές οι πληγές. Και το χθες θα αποφασίσει την επιστροφή του, όταν θα είναι αργά, όταν δεν θα υπάρχει πια για σένα».

            Το σκοτάδι τρόμαξε. Είχε μάθει να λέει τα ψέματα του υποκρινόμενο το αληθινό. Όμως, το σκοτάδι όσες ψευτιές κι αν ξεστομίσει, θα έχει μόνο έναν στόχο: να σου κρύψει την αλήθεια.

            «Σου μιλώ. Ζω… πάμε παρακάτω. Σε ό,τι όμορφο θα φέρει το φως».