Γράφει ο Ερμής:

Λένε ότι ποτέ δεν είναι αργά και πάντοτε έχει κάποιος τη δυνατότητα να διορθώσει τα πράγματα. Υπάρχουν όμως φορές που οι καταστάσεις δεν μπορούν να μεταβληθούν και παραμένουν ίδιες αιώνια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και αυτό της μάγισσας Ορσαλίας. Μιας κακιάς μάγισσας που έμενε κοντά στο δάσος και ζητούσε από τους κατοίκους των γύρω περιοχών να της δίνουν τα παιδιά τους για να φροντίζουν τον πύργο της, τον κήπο και τα περιβόλια της όπου καλλιεργούσε φρούτα, λαχανικά και εξέτρεφε ζώα.

Οι γονείς, παρόλο που δεν ήθελαν να στείλουν τα παιδιά τους στην Ορσαλία, αναγκάζονταν να υπακούσουν, αφού ήξεραν πως σε περίπτωση άρνησής τους, θα τους μεταμόρφωνε σε νυχτερίδες που κυνηγούσαν η μια την άλλη μέχρι να αλληλοσκοτωθούν.

Έτσι, όλα τα παιδιά της περιοχής πήγαιναν στον πύργο της Ορσαλίας, όπου εργάζονταν αδιάκοπα από το πρωί ως το βράδυ. Η μάγισσα τα επέβλεπε διαρκώς και δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα, όσο καλό κι αν ήταν. Μονίμως είχε να κάνει κάποια παρατήρηση ή να διατυπώσει κάποια κατηγορία. Δεν της άρεσε τίποτα και ήθελε να τα μεταβάλλει όλα, ακόμα κι όταν δεν απείχαν ούτε ένα χιλιοστό από τις αρχικές οδηγίες της.

Οι μικροί καλλιεργητές και υπηρέτες ένιωθαν δυστυχισμένοι και παρηγορούνταν μονάχα από το γεγονός ότι είχαν τουλάχιστον ο ένας τον άλλον για να μοιραστούν τα προβλήματά τους και να αντιμετωπίσουν τη δύστροπη και μοχθηρή Ορσαλία.

Και είναι αλήθεια ότι μήτε τα πουλιά, μήτε τα ζώα, μήτε και τα λουλούδια δεν άντεχαν την παρουσία της, αφού ήξεραν ότι, ακόμα και τις ελάχιστες φορές που έμοιαζε ήρεμη, επρόκειτο απλώς για μια πρόσκαιρη νηνεμία πριν την καταιγίδα.

Ως και οι καμπανούλες λυπόντουσαν τα παιδιά και οσάκις η Ορσαλία πλήγωνε ένα από αυτά, εκείνες κουνιόντουσαν ρυθμικά δημιουργώντας μια θλιμμένη μελωδία που μόνον ο άνεμος μπορούσε να ακούσει.

Ο καιρός περνούσε και η μάγισσα γινόταν όλο και χειρότερη. Ώσπου, η Μητέρα Φύση, συνειδητοποιώντας ότι δεν είχε το δικαίωμα να παραμένει άλλο αμέτοχη, ζήτησε από τα σύννεφα να τη βοηθήσουν. Έτσι εκείνα, κάποιο πρωινό που η Ορσαλία ξέσπασε πάλι τα νεύρα της στα παιδιά, συγκεντρώθηκαν πάνω από τον πύργο και κάλυψαν την ορατότητα, επιτρέποντας σε εκατοντάδες πουλιά να αρπάξουν τα παιδιά και να τα μεταφέρουν σ’ ένα παραδεισένιο νησί, όπου έζησαν πλέον ευτυχισμένα και χαρούμενα.

Όταν η Ορσαλία κατάλαβε τι συνέβη, οργίστηκε και επιχείρησε να βρει κάποιον τρόπο για να ξαναφέρει τα παιδιά κοντά της. Εκείνα όμως είχαν γλυτώσει για πάντα από τα χέρια της και κανένα τους δεν θα υπέφερε πλέον.

Οι ημέρες πέρασαν γοργά και οι άλλοτε καλοφροντισμένοι κήποι και τα περιβόλια μετατράπηκαν σε αγριότοπους. Τα ζώα ελευθερώθηκαν από τα δεσμά τους και ζούσαν ελεύθερα, ενώ ο φόβος που προκαλούσε η μάγισσα χάθηκε από κάθε έμψυχο όν της περιοχής.

Η Ορσαλία, που είχε συνηθίσει να την περιποιούνται, έμεινε ολομόναχη και τριγυρνούσε στα έρημα και βουβά δωμάτια του πύργου, όπου οι αράχνες είχαν πλέξει τους δαιδαλώδεις ιστούς τους.

Σταδιακά, η μοναξιά, η συνειδητοποίηση της απόρριψης και η έλλειψη ικανοποίησης βασικών αναγκών της, αφού η Μητέρα Φύση μερίμνησε να χάσει τις μαγικές της δυνάμεις και η ίδια ήταν ανίκανη για οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία, έσβησαν τον θυμό της Ορσαλίας και την ανάγκασαν να μετανιώσει για τα σφάλματά της.

Ήταν όμως πολύ αργά. Η ματαιοδοξία, η έπαρση, η αδιαφορία της για τις επιθυμίες των άλλων και κυρίως η ανικανότητά της να ακούει και να σέβεται, τους είχαν διώξει όλους από κοντά της.

Πλέον δεν είχε άλλη λύση, παρά να συμβιβαστεί με τον δρόμο που της χάραξε η εμμονή στις λανθασμένες επιλογές της.

Συνταγή της Αμβροσίας: Το γλυκό της μάγισσας

Υλικά:

1 κιλό άγρια μούρα

½ κιλό ζάχαρη

½ κρασοπότηρο νερό

Χυμός από ½ λεμόνι

Λίγη βανίλια

Εκτέλεση:

Πλένουμε και καθαρίζουμε τα μούρα. Τα βάζουμε σε μια κατσαρόλα με τη ζάχαρη και τα αφήνουμε για μια ώρα. Ρίχνουμε το νερό, το λεμόνι, τη βανίλια και βάζουμε την κατσαρόλα στη φωτιά, μέχρι να δέσει το γλυκό.