από τη Χριστίνα Καπράλου.

  • Είσαι ψεύτης!

Η φωνή της Μαρίνας,  βγήκε από το μισάνοιχτο παράθυρο,  και έφτασε στο περιβόλι του κυρ Κώστα του γείτονα.

  • Είσαι ένας αδιόρθωτος ψεύτης! Ακούς;

Oχι! αυτός δεν την άκουγε,  γιατί ήταν ήδη μακριά.

Την άκουγε ο κυρ Κώστας όμως και η καρδιά του σφιγγόταν.

  • Τόσο όμορφη κοπέλα σκεφτόταν! Πόσο κρίμα να μιλάει μοναχή της!
  • Μαρίνα! Ε Μαρίνα!
  • Ποιος μου μιλάει; είπε η Μαρίνα κοιτώντας ψηλά τον ουρανό.

Ένα χελιδόνι πέρασε και η Μαρίνα άνοιξε κουβέντα μαζί του.

  • Εσύ με φώναξες;
  • Tι θες;
  • Ήρθες πάλι ε;
  • Πέρασε ένας χρόνος;
  • Μα δεν πρόλαβα να το καταλάβω!

Το χελιδόνι έκανε ποτέ βουτιές και μάζευε ξερά κλαδάκια και λάσπη και πότε έκανε ψηλές πτήσεις μέχρι το μπαλκόνι της Μαρίνας.

Έστηνε την φωλίτσα του και αυτή την χρονιά, και δεν είχε καιρό για χάσιμο.

Ο κυρ Κώστας παρακολουθούσε από μακριά για μια ακόμη χρονιά την ίδια σκηνή. Το χελιδόνι να κτίζει την φωλιά του με κόπο και ιδρώτα και η Μαρίνα να μουρμουράει και να τσακώνετε με έναν αόρατο εχθρό.

Άνοιξη στο κατώφλι λοιπόν.

  • Μάνα, Θα βγω να πάρω μια ανάσα, είπε η Μαρίνα
  • Τι λες είπε η μάνα της το νου σου μάσκα  και γάντια μην ξεχάσεις να πάρεις!
  • Μάνα ζακετάκι θα πάρω μην ανησυχείς!
  • Όχι όχι Μαρίνα μου μάσκα και γάντια να πάρεις και μήνυμα να στείλεις σε αυτούς μην το ξεχάσεις.

Η Μαρίνα κοίταξε με απορία την μάνα της.

  • Μάνα γέμισε ο τόπος ψεύτες
  • Πάψε κορίτσι μου τι είναι αυτά που λες! Εγώ που κάθε απόγευμα στις  6 έχω ανοιχτή την τηλεόραση βλέπω αυτά τα χρυσά παιδιά ο Σωτήρης και ο Νίκος!

Ο Θεός να τους έχει καλά! Ξέρεις τι καλά που τα λένε;

Mασκα και γάντια να βάλεις και όλους μακριά να τους έχεις ούτε αγκαλιές ούτε φιλιά. Τ ακούς;

H Mαρίνα έριξε μια ακόμη ματιά ψηλά, είδε το φιλαράκι της το χελιδόνι να κτίζει φωλιά και πήρε βαθειά ανάσα.

  • Ψιτ ούτε αγκαλιές ούτε φιλιά τ ακούς; Είπε στο χελιδόνι και εκείνο χαμογέλασε
  • Για να σε δω έχεις την ίδια κυρά χα !

Α ναι την γνώρισα! είναι η ίδια χελιδονίτσα είναι τσαχπίνα και όμορφη και εργατική.

  • Μάσκα και γάντια να βάλεις φώναζε η μάνα της Μαρίνας από το μέσα δωμάτιο

Η  Μαρίνα χωρίς ζακετάκι μα με μάσκα και γάντια ξεκίναγε και  αυτή την Άνοιξη χωρίς αγκαλιές χωρίς φιλιά και με ασπίδα τον φόβο της μην τυχόν και στο διάβα της βρεθεί ένας ακόμα ψεύτης .

  • Κρίμα το κορίτσι! έλεγε ο γείτονας ο κυρ Κώστας να μιλάει μοναχό του!

Κρίμα το κορίτσι να ακολουθει τον φόβο!

Μαρίνα! ε Μαρίνα!

Η Μαρίνα εκείνο το πρωινό φόρεσε μάσκα που είχε φτιάξει με τα χεράκια της, στολισμένη με ένα κόκκινο pon pon εκεί,  στο κέντρο ψηλά, στην θέση της μύτης.

  • Nτροπή κόρη μου! Φώναζε η μάνα της στο κατώφλι
  • Τι θα πει ο κόσμος; Ρεζίλι κάνεις την οικογένεια σου με τα καμώματά σου!

Η Μαρίνα ξεκαρδιζόταν από τα γέλια. Μάσκα με μύτη clown λοιπόν.

  • Ένας παλιάτσος είμαι εγώ καλή σας μέρα ξέρω να κλαίω να γελώ να τραγουδώ

Τραγουδούσε δυνατά,  και αδιαφορούσε για όλους αυτούς που την κοίταζαν στον δρόμο που περπατούσε με ανάλαφρα βήματα.

Κοντοστάθηκε έξω από την βιτρίνα ενός κεντρικού καταστήματος.

Καθρεφτίστηκε! Έκανε μια ελαφριά στροφή του κεφαλιού της προς τα αριστερά, ίσιωσε τα μαλλιά της με φιλαρέσκεια σήκωσε τον δείκτη του δεξιού της χεριού τον ακούμπησε στο κόκκινο pon pon της μάσκας και είπε ΜΠΙΠ! ΜΠΙΠ ΜΠΙΠ ΜΠΙΠ!

Γέλασε με την καρδιά της με το παιχνίδι που ανακάλυψε!

Συνέχισε την βόλτα της στα δρομάκια της πολης της,  και κάθε φορά που διασταυρωνόταν με άνθρωπο γνωστό ή άγνωστο,  ακουμπούσε το κόκκινο pon pon της μάσκας της και έλεγε ΜΠΙΠ! ΜΠΙΠ ΜΠΙΠ!

Αυτοί που της χαμογελούσαν, αυτόματα γίνονταν φίλοι και σύμμαχοι.

Κάποιοι ανταποκρινοντουσαν στον χαιρετισμό και έλεγαν ΜΠΙΠ ΜΠΙΠ και αυτοί.

Εκείνοι οι άλλοι που την αντιμετώπιζαν με διάθεση κριτική,  όχι δεν γινόταν να είναι φίλοι της.

Σε αυτούς η Μαρίνα γύριζε το κεφάλι από την άλλη πλευρά περιφρονητικά και ψιθύριζε πίσω από την μάσκα της.

Ψεύτες!

Δεν με νοιάζει!

Ευτυχώς που δεν σας μοιάζει!

Η Μαρίνα υπάκουη κόρη!

«Mασκα και γάντια να βάλεις και όλους μακριά να τους έχεις ούτε αγκαλιές ούτε φιλιά.

Τ ακούς;»

Τα λόγια της μάνας της ηχούσαν στα αφτιά της.

Το χελιδονάκι ο φίλος της εκεί στο μπαλκόνι της, συνέχιζε το έργο του. Πιστός, αληθινός, εργατικός.

Έκτιζε για μια ακόμη χρονιά με την ίδια σύντροφο φωλιά, και η Μαρίνα το θαύμαζε!

Έριχνε το βλέμα της κάτω στον δρόμο και έλεγε

  • Δεν με νοιάζει!

Και βιαζόταν να συμπληρώσει

  • Ευτυχώς που δεν σας μοιάζει! Και καμάρωνε το φιλαράκι της το χελιδόνι.

Εσένα;

Eσένα σε νοιάζει;

Έλα πες την αλήθεια!

Σε νοιάζει που δεν τους μοιάζει;