Από την Ισμήνη Χαρίλα

Το 1941 ο Αυστριακός συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ κατέφυγε στη Βραζιλία, όπου – απογοητευμένος από την κατάσταση που επικρατούσε στην Ευρώπη – αυτοκτόνησε έναν χρόνο αργότερα μαζί με τη δεύτερη σύζυγό του και συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 1942.

Το τελευταίο έργο που άφησε στους αναγνώστες του ήταν η «Σκακιστική Νουβέλα (Το βασιλικό παιχνίδι)». Μια νουβέλα που εξελίσσεται κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με υπερωκεάνιο από τη Νέα Υόρκη προς το Μπουένος Άιρες και όπου συναντιούνται μια ομάδα ανδρών που έχουν πάθος με το σκάκι, ο παγκόσμιος πρωταθλητής Μίρκο Τσέντοβιτς και ο κύριος Μπ, ένας νομικός που φυλακίστηκε από το ναζιστικό καθεστώς και κατάφερε να γλυτώσει χάρη σε μια νευρική κατάρρευση.

Ο κύριος Μπ. λοιπόν είχε μείνει για ένα μεγάλο διάστημα έγκλειστος σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, όπου υποβλήθηκε στο βάναυσο μαρτύριο του ψυχολογικού πολέμου. Απομονωμένος και στερούμενος κάθε κοινωνικής επαφής βρήκε κάποια στιγμή ένα βιβλίο που αναφερόταν στους κανόνες του σκακιού και μην έχοντας άλλη ενασχόληση ή επικοινωνία με τον κόσμο το μελέτησε και στη συνέχεια άρχισε να στήνει νοερούς αγώνες βάζοντας στη θέση του αντιπάλου του τον ίδιο του τον εαυτό.

Σταδιακά, ο εγκλεισμός σε συνδυασμό με τη διχοτόμηση της προσωπικότητας του για τις ανάγκες του παιχνιδιού που έλαβε εμμονικές διαστάσεις, του προκάλεσε μια σοβαρή νευρική διαταραχή που τον οδήγησε τελικά στο σανατόριο, όπου ο θεράπων ιατρός του – προκειμένου να τον σώσει από τους Γερμανούς – διέγνωσε μόνιμη σχιζοφρένεια, παρόλο που είχε θεραπευθεί.

Ευρισκόμενος λοιπόν στο καράβι με προορισμό την Αργεντινή, ο κύριος Μπ. πείστηκε από τους συνταξιδιώτες του να συναγωνιστεί με τον παγκόσμιο πρωταθλητή, διακινδυνεύοντας όμως μια νέα νευρική κατάρρευση.

Μέσω της αφήγησης για τις συνθήκες που προκάλεσαν τη γνωριμία του Μίρκο Τσέντοβιτς και του κύριου Μπ. με το ιδιαίτερο αυτό παιχνίδι ο Τσβάιχ εστιάζει επομένως στην ψυχογραφική ανάλυση. Ο πρώτος έμαθε να παίζει κατά τη διάρκεια της εφηβικής του ηλικίας και παρακολουθώντας τον ιερέα που είχε αναλάβει την ανατροφή του μετά την απώλεια των γονέων του. Επρόκειτο για ένα παιδί που χαρακτηριζόταν από όλους ως προβληματικό και αδιαφορούσε για κάθε μορφή γνώσης. Ένα άτομο κλεισμένο στον εαυτό του και αντικοινωνικό που όμως ανέπτυξε το ιδιαίτερο ταλέντο του για το σκάκι, το τελειοποίησε και παρέμεινε πιστό σ’ αυτό υιοθετώντας κατά κάποιον τρόπο μια μηχανική συμπεριφορά.

Τόσο για τον Τσέντοβιτς, όσο και για τον κύριο Μπ. το σκάκι αποτέλεσε μια διέξοδο από την καθημερινότητά τους που ήταν είτε αδιάφορη, είτε ασφυκτική. Ως παιχνίδι δε αντιπάλων και τακτικής στο επίπεδο της βιβλιογραφικής ανάλυσης προβάλλει ουσιαστικά την εμπόλεμη κατάσταση που επικρατούσε τότε στην Ευρώπη και στον υπόλοιπες χώρες που είχαν εμπλακεί στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, αλλά και διαχρονικά στις διάφορες εκφάνσεις της ζωής. Πάγιοι ρόλοι που αναλαμβάνει έκαστος άνθρωπος, δράση και αντίδραση ανάλογα με τις περιστάσεις και ήττα ή νίκη που – όπως υποστηρίζει ο αφηγητής – εξαρτάται καθαρά από τον δείκτη εξυπνάδας και όχι την τύχη.

Ο Τσβάιχ εστιάζει κατά συνέπεια στη νοητική κατάσταση και στα παιχνίδια του μυαλού που ενώ λειτουργούν αρχικά ως οδοί διαφυγής, καταλήγουν σε ορισμένες περιπτώσεις να μετατραπούν σε εγκλωβιστικούς λαβυρίνθους που καταστρέφουν, αντί να αναβαθμίσουν ή να λυτρώσουν. Όπως διευκρινίζει εξάλλου ο δημιουργός, παρόλο που η καταγωγή του βασιλικού αυτού παιχνιδιού χάνεται στα βάθη των ετών, παραμένει διαρκώς νέο και είναι ένα παιχνίδι επικράτησης όπου κάποιος κερδίζει ή χάνει ακριβώς όπως στη ζωή και στην αντιπαράθεση των συναισθημάτων με τους προσωπικούς δαίμονες.

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται επομένως το ερώτημα εάν είναι άραγε καλύτερο να βαδίζει κάποιος με σταθερά βήματα και προσανατολιζόμενος μονίμως στο αποτέλεσμα ή μήπως οφείλει να βλέπει τη γενική εικόνα σε συνδυασμό με τις επιμέρους λεπτομέρειες. Σκέψη ξεκάθαρη και απαλλαγμένη από την ομίχλη των συναισθημάτων ή συνδυασμός λογικής και αισθήματος που ενίοτε μπορούν και να συγκρούονται στα πλαίσια μιας άνισης μάχης;