“Επαναλειτουργούν τα γυμναστήρια”!

Είναι μία από τις ειδήσεις που λένε στην τηλεόραση..

Πριν λίγο επέστρεψες από το, καθιερωμένο πλέον, απογευματινό περπάτημα. Είναι η συνήθεια που απέκτησες στον καιρό της καραντίνας.

Προ καραντίνας πήγαινες στο γυμναστήριο της περιοχής σου. Αν και ήσουν τακτικότατος, ουσιαστικό αποτέλεσμα δεν έβλεπες. 

Κάθε μέρα το μυικό σου σύστημα ενδυναμώνονταν, αλλά εσένα περισσότερο σε ενδιέφερε να αδυνατίσεις.

Εκεί παρέμενες στάσιμος..

Ήταν που βαριόσουν να ασχοληθείς με τα μηχανήματα αεροβικής, διαδρόμους, ποδήλατα, ελλειπτικά. Δε σε ενέπνεε το περιβάλλον. Έτσι πέρναγαν οι εβδομάδες και μετέθετες την αρχή της αερόδιας γυμναστικής για αργότερα. Όλο και αργότερα..

Μέχρι που έσκασε η πανδημία και ελήφθησαν έκτακτα μέτρα. Ένα από τα πρώτα, ήταν το κλείσιμο των γυμναστηρίων.

Κάπως έτσι ξεκίνησες το καθημερινό περπάτημα. Κάθε μέρα, όλο και περισσότερο, όλο και πιό μακριά.

Έτσι και σήμερα. Γύρισες από την καθημερινή σου βόλτα, έκανε μπάνιο και χύθηκες στον καναπέ. Τα μέτρα, μέρα με τη μέρα χαλαρώνουν. Άνοιξαν και τα γυμναστήρια..

Κοιτάς την οθόνη της τηλεόρασης, αλλά δε βλέπεις την εικόνα της!

Το βλέμμα σου γίνεται απλανές, ονειροπόλο και ένα σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη σου..

Η μνήμη σου ταξιδεύει αρκετά χρόνια πίσω! Σε εκείνο το μισοαπομονωμένο χωριό, που είχες περάσει κάποτε ένα Πάσχα!

Σε εκείνο το χωριουδάκι, με τους περίπου 300 μόνιμους κατοίκους. Οι νέοι ελάχιστοι και οι περισσότεροι με το βλέμμα τους στραμμένο προς την πόλη. Νέα παιδιά, έφηβοι με όνειρα για ζωή..

…όνειρα που ενισχύονταν από τις εικόνες που έβλεπαν στις τηλεοράσεις των σπιτιών τους. Εκείνες οι εικόνες, που έδειχναν, εκτός των άλλων, όμορφα γυμνασμένα κορμιά, που σμιλεύονταν σε καλοεξοπλισμένα, χλιδάτα γυμναστήρια.

Σε εκείνο το σπίτι που είχες φιλοξενηθεί, υπήρχε ένα υπόγειο. Ο 16χρονος γιός της οικογένειας το είχε κάτι σαν δικό του χώρο. Έρχονταν ένας δύο φίλοι του, έμπαιναν μέσα και τους χάνατε για ώρες.

Φανταζόσουν πως σε εκείνο το υπόγειο, θα έβλεπαν καμιά τσόντα, θα διάβαζαν κανά πονηρό περιοδικό, θα άκουγαν καμιά ροκιά, ίσως να έστριβαν κανά ακόμα πιό πονηρό τσιγαράκι!

Δε σε αφορούσε. Άλλωστε καταλάβαινες. Πόσες διεξόδους να είχαν τα παιδιά εδώ πάνω;! Εσύ και οι “πρωτευουσιάνοι” φίλοι σου το βρίσκετε γραφικό. Δε μπορείς όμως να σε κάνεις εικόνα να είσαι μόνιμα εδώ. Πόσο μάλλον, να είσαι έφηβος!

Μέχρι που κάποια στιγμή, που είχαν έρθει πάλι οι φίλοι του νεαρού, πέρασες έξω από την αποθήκη! Η πόρτα ήταν ανοιχτή και είδες τι ήταν αυτό που έκαναν κάθε μέρα!

Γυμναστική! Αυτό έκαναν!!

Είχαν μετατρέψει την αποθηκούλα σε ένα υποτυπώδες γυμναστήριο! Κοντοστέκεσαι και κοιτάς.

Το ένα παιδί που εκείνη τη στιγμή κάνει δικέφαλους με ένα ζευγάρι αλτήρες σε κοιτά και με ένα ντροπαλό χαμόγελο σου λέει περίπου απολογητικά, “κάτι προσπαθούμε να κάνουμε εδώ πάνω”.

Μπαίνεις μέσα και βλέπεις το “γυμναστήριο”. Δύο αλτήρες, μερικοί δίσκοι βαρών για να αυξομειώνεται το βάρος, ένας πάγκος, ένα μονόζυγο. Αυτά..

Τα παιδιά σε κοιτάνε ντροπαλά. Είναι φανερό πως ντρέπονται για τα φτωχά μέσα που διαθέτουν!

Εσύ όμως, δε διακρίνεις τίποτα φτωχό! Εσύ βλέπεις πλούτο!

Είναι ο πλούτος που διακρίνεις στα μάτια των νεαρών εφήβων, που έχουν τη θέληση, με οποιοδήποτε μέσο διαθέτουν, να βελτιώσουν τη ζωή τους και να πλησιάσουν, έστω και κατά ένα χιλιοστό, το όνειρο τους.

Τους κοιτάς και ξέρεις. Όπως και εσύ, τόσα χρόνια αργότερα, κοιτάς την οθόνη, αλλά βλέπεις άλλες εικόνες, έτσι και εκείνα τα παιδιά, στους περιορισμένους τοίχους της αποθήκης/γυμναστηρίου έβλεπαν το δικό τους μέλλον! Αυτό στις παραλίες του επερχόμενου Καλοκαιριού, όπου θα πόζαραν τα κορμιά που σμίλεψαν στην αποθηκούλα.

Θυμάσαι τι είχες πει τότε.

“Μη μασάτε ρε παιδιά. Ξεκινάτε με το Φιατάκι, αλλά κάποια στιγμή θα έρθει και η Μερσεντές”.

Άραγε, τώρα που είχαν κλείσει τα γυμναστήρια, εκείνο το γυμναστηριάκι να παρέμεινε ανοιχτό, σκέφτεσαι και ξεσπάς σε γέλια!..