@επιμέλεια Άννα Μουσογιάννη

Και αν εν’ και τούτο δεν το θες, βάλε στο λογισμό σου πως είμαι εγώ η βαρόμοιρη παιδάκι μοναχό σου, και τούτο ας ξάζει προς εσέ, και τούτον ας μπορέσει τη μάνητά σου την πολλή σήμερο να κερδίσει!

Γεώγιος Χορτάτσης, Ερωφίλη, πράξη τέταρτη, στ. 361 -364

Μπορεί να κυκλοφορεί αυτό τον καιρό το νέο βιβλίο του Σπύρου Πετρουλάκη από τις Εκδόσεις Μίνωας με τίτλο ” Η νύχτα της αλήθειας” εγώ όμως μόλις διάβασα το προηγούμενο βιβλίο του από τον ίδιο εκδοτικό με τίτλο : “Σασμός“. Το όνομα του συγγραφέα, γνωστό για τη δυνατή του πένα καθώς και οι διθυραμβικές κριτικές που διάβασα όλο αυτό το διάστημα για το βιβλίο τούτο, δεν προμήνυαν τα συναισθήματα που γεννήθηκαν καθώς το διάβαζα. Στην κρητική διάλεκτο Σασμός σημαίνει το σιάξιμο και συμβιβασμός όπου οδηγούν στη συμφιλίωση και το τέλος μιας βεντέτας. Μόνο από το εξώφυλλο νιώθεις τα χέρια σου να καίνε. Οι λέξεις γίνονται κραυγές και σε φυλακίζουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης ενώ σε καλούν επιτακτικά να συνεχίσεις το διάβασμα με αμείωτο ενδιαφέρον. Τραντάζεται συθέμελα το μέσα του αναγνώστη διαβάζοντας το. Θυμώνει, κλαίει, χαμογελάει, ματώνει, κατανοεί και συγχωρεί.

Ανατριχιαστικά γλαφυρή η πένα του συγγραφέα σε κάνει κομμάτι της ιστορίας. Περιφέρεσαι ανάμεσα στους ήρωες και συμπάσχεις μαζί τους. Απλώνεις το χέρι σου για να ακουμπήσεις συγκαταβατικά τους ώμους τους και δάκρυα γεμίζουν στα μάτια σου καθώς νιώθεις τον πόνο τους.

Η δυνατή γραφή του Σπύρου Πετρουλάκη επιτυγχάνει να κρατήσει σε εγρήγορση τον αναγνώστη ενώ έντεχνα τοποθετεί διάσπαρτα μέσα στο μυθιστόρημα αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο του Βινσέτζου Κορνάρου δίνοντας ψήγματα γλύκας στη γενικότερη ένταση που προκαλείται από την αφήγηση. Η γραφή του συγγραφέα απλή, λυτή και με μια ανεπαίσθητη λυρικότητα, τόσο όσο για να καταστήσει την ανάγνωση πιο ευχάριστη και να βοηθάει το μάτι να γλιστράει πάνω στις λέξεις. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες υπάρχει μια κλιμάκωση στην υπόθεση που κορυφώνεται και έπειτα έρχεται η εξιλέωση. Μια αρχαία τραγωδία εκτιλύσεται που όμως δεν υπάρχουν ήρωες ούτε το στοιχείο της υπερβολής αλλά άνθρωποι της διπλανής πόρτας, με αδυναμίες, τρωτά και δυνατά σημεία. Ενώ ο από μηχανής θεός βρίσκεται μέσα στον καθένα.

Ο συγγραφέας με έντεχνο τρόπο αντιπαραθέτει το παρελθόν με το παρόν και τα δένει αρμονικά χωρίς να αφήνει κενά στον αναγνώστη ενώ συνάμα τον γεμίζει με δίψα για να συνεχίσει μέχρι το τέλος, μέχρι να νιώσει λύτρωση.

Ο Σπύρος Πετρουλάκης βουτάει στα άδυτα της κρητικής βεντέτας και μας περιγράφει με γλαφυρότητα μια ιστορία όπου κυρίαρχα στοιχεία είναι ο εγωισμός και η εκδίκηση. Με απόλυτο σεβασμό στα ήθη, έθιμα και τους ανθρώπους της μεγαλονήσου κάνει μια σοκαριστική αποδόμηση για το τι συμβαίνει και κρύβεται πίσω από το αιμοσταγές «έθιμο», το θλιβερό άγραφο νόμο της ανταπόδοσης. Ρίχνει φως σε άγνωστες πτυχές, για το ευρύτερο κοινό, μιας βεντέτας. Ο συγγραφέας παραμένει αποστασιοποιημένος δίνοντας όλη τη δυναμικότητα στις λέξεις του οι οποίες μας κατακλύζουν και άλλοτε μας μαγεύουν ενώ άλλοτε μας ταράζουν. Ταυτόχρονα μας παραθέτει γεγονότα και εξιστορεί καταστάσεις χωρίς να κρίνει. Έτσι επιτυγχάνει να δώσει τη σκυτάλη στον ίδιο τον αναγνώστη, ο οποίος θα αποφασίσει ποιες λέξεις θα τον διαπεράσουν σαν σφαίρες και ποιες δεν θα τον αγγίξουν.

Ένα συνηθισμένο πρωινό που τίποτα δεν προμήνυε το τι θα επακολουθούσε ο Στεφανής έκατσε για λίγο σε ένα βράχο να ξαποστάσει και να καπνίσει το τσιγάρο του όσο τα παιδιά ο Νικηφόρος και ο φίλος του Μανόλης έπαιζαν. Η μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια η οποία άφησε ελεύθερα το μίσος και την εμμονή να οπλίσουν το χέρι του φονιά. Ο Μανόλης ήταν ο μόνος μάρτυρας που όμως από φόβο μήπως το κακό πάρει και άλλες προεκτάσεις σιώπησε.

Ένα ντόμινο είναι η βεντέτα που μπορεί να ξεκινήσει από μια ασήμαντη αφορμή και έπειτα να πάρει στο πέρασμα του άδικα πολλές ζωές οι οποίες δεν ευθύνονται. Είναι συνταρακτικό το γεγονός ότι χωριά σβήνονται από τα χάρτη και οικογένειες ξεκληρίζονται για μια βεντέτα για ένα γινάτι που όμως για κάποιους ανθρώπους είναι θέμα τιμής.

Το βιβλίο αυτό πέρα από τα της βεντέτας μας μιλάει για το μίσος . Όταν αυτό ποτίσει την ψυχή και την καρδιά τυφλώνει τον άνθρωπο. Τον μετατρέπει σε τέρας που διψάει για αίμα. Μας μιλάει για την εκδίκηση όπου τις περισσότερες φορές παρασύρει στο διάβα της ανθρώπους που δε φταίνε. Για το αίσθημα δικαιοσύνης και πώς αυτό μπορεί να διαστρεβλωθεί από εσφαλμένη αντίληψη των πραγμάτων ή από παρορμητικότητα.

Ο «Σασμός» μας μιλάει για το πώς κοινές εμπειρίες ή καταστάσεις μπορούν να δέσουν δύο άτομα με βαθιά φιλία όπως είναι στην περίπτωση της Μαρίνας και της Δέσποινας. Το σμίξιμο των δύο γυναικών είναι συνταρακτικό.Μας μιλάει επίσης για το μεγαλείο της συγχώρεσης. Απαιτεί κότσια, να βάλει κάποιος κάτω τον εγωισμό και να πράξει για το κοινό καλό. Τότε έρχεται η λύτρωση. Μας λέει για το πάθος που όταν είναι ανεξέλεγκτο μετατρέπεται σε μένος και τυφλώνει τον άνθρωπο. Είναι αυτά τα κατώτερα ένστικτα του ανθρώπου που όταν βγουν στην επιφάνεια αφανίζουν κάθε ίχνος λογικής. Έπειτα, όταν εκείνη καταφέρει να πάρει το χαμένο έδαφος πίσω, τότε έρχονται οι ισορροπίες.

Πότε πνιγόμαστε σε μια κουταλιά νερό και πότε τα βάζουμε με μια θάλασσα ως εκεί πάνω. Και τα καταφέρνουμε. Έτσι είναι ο άνθρωπος όμως Αργυρώ μου. Παίρνει δύναμη από τις αδυναμίες του για να πάει μπροστά, εκεί που θα συναντήσει πάλι το κουτάλι ή τη θάλασσα..

Το βιβλίο αυτό είναι ένα μάθημα διότι μας δείχνει πως ό,τι και να συμβεί η ζωή δε σταματά και δεν περιμένει αλλά προχωρά και πρέπει να βιαστούμε να την προφτάσουμε. Γι αυτό δεν ωφελεί να κοιτάζουμε πίσω γιατί τότε πετρώνουμε. Το παρελθόν με όλα τα άσχημα, τον πόνο και τις αδικίες δεν αλλάζει, το μόνο που χρειάζεται είναι μια δυνατή καρδιά που θα κοιτάζει μπροστά. Μια καρδιά που θα κάνει όπλο του τα λάθη και θα τα μετουσιώσει σε δύναμη. Όπως ο Αστέριος. Τότε μόνο ωριμάζει και εξελίσσεται ο άνθρωπος. Τότε μόνο κλείνουν οι κύκλοι και ανοίγουν άλλοι μεγαλύτεροι.

Βιβλία σαν το Σασμό, χωρίς αμφιβολία, ανεβάζουν το λογοτεχνικό πήχη ψηλά. Εξάλλου εδώ επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι οι λέξεις έχουν δύναμη και μπορούν να σε πλανέψουν στα μονοπάτια που αυτές επιθυμούν.

Γι αυτούς που έφυγαν, γι αυτούς που έμειναν, γι αυτούς που συγχωρέσανε, γι αυτούς που αγάπησαν, για εκείνους που με το κεφάλι ψηλά συνεχίζουν κοιτώντας μόνο τον ουρανό…

Καλή σας ανάγνωση….

Θ’ ανεβώ στον ουρανό να ρωτήξω το Θεό
που ‘σαι τση μηλίτσας μήλο α που θάμπωσες τον ήλιο
που ‘σαι πετροπερδικά μου που πετάς στα όνειρά μου

Μαυρομάτα και ξανθή μου λεμονίτσα φουντωτή μου
χρόνους ψάχνω και ζαμάνια στ’ ουρανού τα μεϊντάνια
χρόνους ψάχνω, δε σε βρίσκω χρυσασκάλιστό μου ρίσκο

Είπε μου ο Θεός στ’ αυτί μου κι έκαψέ την, την ψυχή μου
πως στο θρόνο του σε θέλει να σε προσκυνούν αγγέλοι
που ‘σαι πετροπερδικά μου που πετάς στα όνειρά μου