Γράφει ο Ερμής:

Ήταν ένα όμορφο καλοκαιρινό πρωινό. Ο ήλιος έλαμπε στον θρόνο του, τα πουλάκια κελαηδούσαν και τα ζώα έπαιζαν ανέμελα στους αγρούς. Ξαφνικά, ακούστηκε ένα απόκοσμο βουητό, η γη σείστηκε και ήχησε ξανά η σάλπιγγα του θανάτου. Μια σάλπιγγα που είχε σιωπήσει πριν πολλά χρόνια, όταν ο μάγος Χελουσίμ είχε επιτέλους εκδιωχθεί από το δάσος.

Μόλις άκουσαν τη σάλπιγγα, οι κάτοικοι του δάσους πάγωσαν από τον φόβο τους.

«Ο Χελουσίμ!!!», φώναξαν ο ένας στον άλλο. «Έρχεται!!! Ο Χελουσίμ έρχεται!! Αλλοίμονό μας. Γρήγορα, γρήγορα, πρέπει να ειδοποιήσουμε τη σαύρα».

Άνθρωποι, ζώα και πουλιά λοιπόν κατευθύνθηκαν αμέσως στο ξέφωτο, όπου βρισκόταν η φωλιά της μεγάλης σαύρας που ήταν η μοναδική που μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Χελουσίμ.

Εκείνη βρισκόταν ήδη έξω από τη φωλιά της και συνομιλούσε με τον αετό που ήταν ο πρώτος που είδε τον Χελουσίμ και τον δράκο του να πετούν προς το δάσος. Η σαύρα στράφηκε προς το μέρος των κατοίκων και τους είπε:

«Τρέξτε να ειδοποιήσετε όλους όσους βρίσκονται στο δάσος. Να συγκεντρωθούν έξω από τον πύργο του Χελουσίμ, για να οργανώσουμε την επίθεσή μας. Ο αετός και οι φίλοι του θα προσπαθήσουν να τον καθυστερήσουν, αλλά ξέρουμε ότι είναι αρκετά δυνατός και δεν θα αργήσει να ξεφύγει. Επομένως βιαστείτε και οι αρχηγοί των ομάδων φροντίστε να λάβουν όλοι τις θέσεις τους».

Οι κάτοικοι του δάσους έσπευσαν να εκτελέσουν τις διαταγές της σαύρας και να θέσουν σ’ εφαρμογή το σχέδιο στο οποίο είχαν εκπαιδευθεί από την επόμενη κιόλας ημέρα που είχαν ξεφορτωθεί τον Χελουσίμ, πριν από δέκα ολόκληρα χρόνια.

Κανείς τους δεν είχε ξεχάσει την κακία που έκρυβε το σαρδόνιο χαμόγελό του, τη φιλαργυρία της ευγένειάς του και τη μιζέρια της άσπλαχνης καρδιάς του. Την περίοδο που ζούσε κοντά τους υπέφεραν και γι’ αυτό χάρηκαν, όταν η σαύρα κατάφερε να τον ξεγελάσει και να τον κλειδώσει στον πύργο της εξορίας.

Τα τελευταία δέκα χρόνια είχαν γλυτώσει λοιπόν από τα βασανιστήρια του Χελουσίμ. Δυστυχώς όμως εκείνος βρήκε τελικά τον τρόπο να δραπετεύσει και σύντομα θα βρισκόταν στο δάσος. Ο τρόμος τους κυρίευσε ξανά, αλλά αυτήν τη φορά ήταν διατεθειμένοι να προστατέψουν μέχρις εσχάτων την ηρεμία και την ασφάλειά τους.

Κρατώντας αυτοσχέδια όπλα, φτυάρια, τσουγκράνες και σπαθιά οι άνδρες, οι γυναίκες και τα παιδιά δημιούργησαν έναν κύκλο γύρω από την τάφρο του πύργου του Χελουσίμ. Τα πουλιά έκλεισαν τις πόρτες και τα παράθυρα, ενώ τα ζώα κρύφτηκαν στους θάμνους για να τον αιφνιδιάσουν.

Ο χρόνος έτρεχε γοργά και παρόλο που οι αετοί προσπάθησαν με όλες τους τις δυνάμεις να τον εμποδίσουν, εκείνος, ανεβασμένος στη ράχη του δράκου του, ξεγλίστρησε και φάνηκε στο βάθος του ορίζοντα.

«Νάτος!! Νάτος!!!», συλλογίστηκαν όλοι, αλλά κανένας δεν τόλμησε να μιλήσει….

Συνεχίζεται…

Συνταγή της Αμβροσίας: Τα φρούτα της εκδίκησης

Υλικά:

1 μήλο

2 αχλάδια

1 κούπα φράουλες

1 κούπα φρούτα του δάσους

10 βερίκοκα

3 φέτες ανανά

1 φρούτο του δράκου

1 κούπα κεράσια

2 φέτες πεπόνι

Για το σιρόπι

Χυμός ½ λεμονιού

½ κούπα ζάχαρη

1 φλιτζανάκι άσπρο ρούμι

Εκτέλεση:

Πλένουμε, καθαρίζουμε και κόβουμε σε κύβους το μήλο, τα αχλάδια, τα βερίκοκα, το φρούτο του δράκου. Κόβουμε σε κύβους τις φέτες ανανά και πεπονιού. Πλένουμε, καθαρίζουμε και κόβουμε στη μέση τις φράουλες. Πλένουμε τα φρούτα του δάσους και τα κεράσια και αφαιρούμε από τα τελευταία τα κουκούτσια.

Ετοιμάζουμε το σιρόπι, ρίχνοντας όλα τα υλικά σ’ ένα μπολ και ανακατεύοντας καλά.

Στη συνέχεια, βάζουμε όλα τα φρούτα σ’ ένα μπολ, τα περιχύνουμε με το σιρόπι, ανακατεύουμε προσεκτικά και τα πασπαλίζουμε με ινδική καρύδα.

Τοποθετούμε το μπολ στο ψυγείο και σερβίρουμε τη φρουτοσαλάτα φροντίζοντας να είναι δροσερή.