Στην αλάνα..

Σε μιά κάποια αλάνα των τελών της δεκαετίας του 1970. Μιάς εποχής, όπου τα πολιτικά πάθη, ελέω πρόσφατης μεταπολίτευσης, ήταν έντονα. Πολύ έντονα..

Η πιτσιρικαρία της γειτονιάς, είχε μαζευτεί εκείνο το καλοκαιριάτικο πρωινό, για να παίξει, τι άλλο, μπάλα.

Νωρίτερα είχαν όλοι τους αγνοήσει τις ανησυχίες των μανάδων και των γιαγιάδων τους για τη ζέστη που θα είχε εκείνη την ημέρα του Ιουλίου.

Οι αντίπαλες ομάδες σχηματίστηκαν και έμενε να βρεθεί ποιός θα έκανε σέντρα!

Ένας ήταν ο πιστοποιημένος τρόπος για να γίνει αυτό! Θα το ρίχναμε!

Το νόμισμα! Αυτό θα ρίχναμε!..

“Κορώνα ή γράμματα”, πέφτει η ερώτηση.

Πριν καν όμως δοθεί απάντηση για το τι επιλέγει ο καθένας, ακούστηκε μια φωνή!

“Κεφάλι, όχι κορώνα!”.

Η φωνή ανήκε σε έναν από τους “μεγάλους” του τσούρμου! Στα 12 – 13 του φάνταζε ολόκληρος άντρας σε σχέση με τους υπόλοιπους, που μετά βίας έπιαναν τα 10 χρόνια ύπαρξης στον κόσμο.

Η διαδικασία του στριψίματος του κέρματος πήγε να συνεχιστεί κανονικά. Για τους περισσότερους καμία σημασία δεν είχε αν ήταν κορώνα ή κεφάλι! Μπάλα θέλαμε να παίξουμε!

Όλα θα πήγαιναν καλώς, αν δεν ακούγονταν μία άλλη φωνή. Πιό παιδική αυτή τη φορά.

“Κορώνα είναι το σωστό! Ο μπαμπάς μου έτσι το λέει!”

“Ο πατέρας σου είναι δεξιόμουτρο!”, λέει με έντονη και θυμωμένη φωνή ο μεγάλος του τσούρμου!

Οι υπόλοιποι παρακολουθούσαμε, αδυνατώντας να καταλάβουμε το λόγο της διαμάχης! Άντε ντε να δούμε ποιός θα κάνει σέντρα!!

Το ζήτημα θα έκλεινε εκεί, αν δεν ακούγονταν μία άλλη φωνή! Αυτή τη φορά, σαφώς ανδρική! Ήταν ο πατέρας του μεγάλου παιδιού!

“Κεφάλι είναι! Μόνο οι τα φιλοβασιλικά φασιστόμουτρα λένε κορώνα!”

Ο πατέρας του μεγάλου παιδιού, ήταν γνωστός στη γειτονιά! Γνωστός για το μόνιμα θυμωμένο ύφος του. Τα περισσότερα παιδιά δεν καταλαβαίναμε γιατί ήταν μόνιμα θυμωμένος. Γιατί μίλαγε ακατάπαυστα, μην αφήνοντας άλλον να μιλήσει και ήταν γνωστό πως αν έμπαινε, με το έτσι θέλω, σε μία συζήτηση, δε θα άφηνε κανέναν άλλο να μιλήσει. Τα ήξερε όλα!

Επίσης, ήταν κοινό μυστικό πως αργά τα βράδια έβγαινε και γέμιζε τη γειτονιά με αφίσες και γκράφιτι, στα οποία αποτυπόνωνταν η ιδεολογία που τόσο πιστά και φανατισμένα ακολουθούσε! 

Στις παρατηρήσεις που του έκαναν οι κάτοικοι πως βεβήλωνε και βανδάλιζε τους καλοβαμένους και περιποιημένους τοίχους των σπιτιών τους, αυτός απάνταγε με θυμό και με νεύρα και πάντα κατέληγε πως, για να ενοχλούνται, σημαίνει πως είναι φασίστες!

Ήταν επίσης κοινό μυστικό, πως στον μπακάλη της γειτονιάς είχε φορέσει ένα φέσι μέχρι τον αστράγαλο και ο φουκαράς ο μπακάλης δεν τόλμαγε να του κόψει την πίστωση, γιατί ήξερε πως θα δέχονταν την φραστική και καταγγελτικού τύπου επίθεση του ιδεολόγου, ο οποίος θα χαρακτήριζε τον μπακάλη ως “πλουτοκράτη που αισχροκερδεί στην πλάτη του λαού”!

Φυσικά, ήταν μέλος και Πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του τοπικού Σχολείου, όπως ήταν την τελευταία πενταετία και την επόμενη δεκαετία και ήταν επίσης γνωστό πως στις συνεδριάσεις δεν άφηνε να ακουστεί καμία άποψη με την οποία δε συντάσσονταν ιδεολογικά!

Οι κακές γλώσσες έλεγαν, με ειρωνική διάθεση, πως έκανε παιδιά, τέσσερα στο σύνολο, μόνο και μόνο για να χώνεται στο Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων!

Αυτός λοιπόν ήταν που κοίταξε με αυστηρό και επικριτικό ύφος το παιδί που τόλμησε και είπε “κορώνα”, αντί για κεφάλι!

Ο μικρός όμως, δε μάσησε! Παρά το δεκαετές της ηλικίας του, ήξερε πως να βάλει τον τραμπούκο στη θέση του! Ήξερε τι άλλο έκανε αυτός!

Γύρναγε σε σπίτια φίλων και γνωστών και ζήταγε δανεικά. Τις περισσότερες φορές, αγύριστα. Ήξερε επίσης πως λίγες μέρες πριν, είχε δανειστεί από τους γονείς του 500 δραχμές!

Με το θράσος και την έλλειψη αίσθησης κινδύνου της ηλικίας του, κοίταξε στα μάτια τον τραμπούκο και του είπε “Σήμερα ήταν να επιστρέψετε στους γονείς μου τις 500 δραχμές που είχατε δανειστεί! Εκεί πάτε;”

Νεκρική σιγή!..

..κάποιο πνιχτό γέλιο ακούστηκε! Ο τραμπούκος είχε χάσει το χρώμα του και όλη του η μαγκιά είχε πάει περίπατο!

Ο μικρός συνέχισε. “Στο χαρτονόμισμα που σας έδωσαν οι γονείς μου, τι παράσταση έχει;”

Ο τραμπούκος δε μίλησε. Αργά απομακρύνθηκε χωρίς να βγάλει άχνα!

Ο γιός του σιγά σιγά αραίωνε από την παρέα της γειτονιάς, μέχρι που χάθηκε τελείως. Που και που έκανε την εμφάνιση του με κανά κοπάδι νεολαίων της τοπικής κομματικής οργάνωσης που εξέφραζε την ιδεολογία του πατέρα του και τελικά, τη δική του.

Οι υπόλοιποι μεγαλώσαμε στις αλάνες, κάνοντας ποδήλατο, παίζοντας κρυφτό, ανακαλύπτοντας σιγά σιγά τη σεξουαλικότητα μας και τα κορίτσια και παίζοντας μπάλα!

Όταν στρίβαμε το νόμισμα, διαλέγαμε “κορώνα ή γράμματα”..