Από την Ισμήνη Χαρίλα

Ένα μοναδικό μυθιστόρημα, που θεωρείται όμως ένα από τα καλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, είναι το κληροδότημα που άφησε ο Γάλλος συγγραφέας Αλαίν Φουρνιέ. Ο λόγος για τον «Μεγάλο Μώλν» που δημοσιεύτηκε αρχικά σε συνέχειες στο περιοδικό λογοτεχνικής και κριτικής θεώρησης, τη «Νέα Γαλλική Επιθεώρηση» και στη συνέχεια κυκλοφόρησε το 1913 ως βιβλίο.

Ο δημιουργός που έχασε πρώιμα τη ζωή του στην ηλικία των είκοσι οχτώ ετών, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, έγραψε τον «Μεγάλο Μώλν» βασιζόμενος στα προσωπικά του βιώματα, τις αναμνήσεις του από τα σχολικά του χρόνια και ιδίως τον νεανικό και ανεκπλήρωτο έρωτα που ένιωσε για την Υβόννη ντε Κιεβρεκούρ, η οποία αποτέλεσε και τη μούσα του για την ηρωίδα του «Μεγάλου Μώλν», την Υβόννη ντε Γκαλαί.

Η σκηνή λοιπόν σε αυτό το πόνημα ανοίγει με την άφιξη του Αυγουστίνου Μώλν στο σχολείο της Αγίας Αγάθης, όπου φοιτά και ο αφηγητής, ο Φραγκίσκος Σορέλ. Σύντομα ο Μώλν, εξαιτίας της δυναμικής του παρουσίας, ξεχωρίζει ανάμεσα στους συμμαθητές του και αποκτά το προσωνύμιο «Μεγάλος». Λίγο πριν τα Χριστούγεννα εξαφανίζεται και επιστρέφει έπειτα από τρεις ημέρες με έντονες αλλαγές στη συμπεριφορά του. Ο αφηγητής και φίλος του καταφέρνει να του εκμαιεύσει τα γεγονότα που συνέβησαν κατά την απουσία του και έτσι μαθαίνει ότι ο Αυγουστίνος βρέθηκε σ’ έναν πύργο, όπου επρόκειτο να γίνει ένας γάμος. Εκεί γνώρισε την αδελφή του γαμπρού και την ερωτεύτηκε. Δυστυχώς, η απρόσμενη ματαίωση του γάμου, η απόπειρα αυτοκτονίας του γαμπρού, η εξαφάνιση του ζεύγους και η άτακτη αναχώρηση των καλεσμένων δεν του επέτρεψε να συγκρατήσει στη μνήμη του την ακριβή τοποθεσία του πύργου ή να βρει την ευκαιρία για να ανοίξει έναν δίαυλο επικοινωνίας με την Υβόννη.

Από εκείνο το σημείο επομένως και μετά ξεκινά μια σειρά αναπάντεχων συναντήσεων, συμβάντων και εξελίξεων που δίνουν στον συγγραφέα τη δυνατότητα να στήσει ένα σκηνικό που ευνοεί τη μεταβατική πρόσβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση και την ωριμότητα, ενώ ο κάθε ήρωας ενσαρκώνει με ετερόκλητο τρόπο το πάθος της επιθυμίας και τον φόβο της λανθασμένης επιλογής.

Όπως αντίστοιχα ο Ζεράρ ντε Νερβάλ στη «Συλβί», έτσι και ο Φουρνιέ περιπλέκει το όνειρο με τη φαντασία και το πραγματικό με το ιμπρεσιονιστικό. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση οι γυναικείες μορφές της Αντριέν, της Ωρελί, της Συλβί και κατ’ επέκταση ο έρωτας με την ιδεατή, αισθησιακή και εντέλει γήινη οπτική του μετατοπίζεται στους άνδρες πρωταγωνιστές και εκφράζεται σε συνάρτηση είτε με την εμμονική παραμονή στην παιδικότητα και τον εγωισμό της ανωριμότητας, είτε με την ανάληψη ευθυνών και την αποδοχή της ενηλικίωσης.

Η αναζήτηση του χαμένου πύργου, όπου ο Αυγουστίνος συνάντησε για πρώτη φορά την Υβόννη, συμβολίζει ουσιαστικά την αναζήτηση του χαμένου παραδείσου και ως εκ τούτου ο «Μεγάλος Μώλν» λειτουργεί ως ένας γεφυρωτικός σύνδεσμος του έργου του Σαρλ Μπωλνταίρ, του Ζεράρ ντε Νερβάλ, του Μαρσέλ Προυστ και του Αντρέ Μπρετόν, αλλά και του ρομαντισμού του δεκάτου ενάτου αιώνα με τον σουρεαλισμό του εικοστού.

Το παιδικό παιχνίδι μεταλλάσσεται στην εφηβική περιπέτεια που χάνει τη μαγεία της κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Κατά συνέπεια, υπό αυτήν τη διάσταση ο «Μεγάλος Μώλν» δεν είναι απλώς ένας ήρωας, αλλά το σύμβολο των χαμένων ψευδαισθήσεων ή όπως αναφέρει ο αφηγητής «εκείνος που επιστρέφει για να πάρει κατά τη νέα φυγή του τη μοναδική χαρά που έχει απομείνει».