Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από το 4ο μέρος.

Είχε αρχίσει να βραδιάζει και η σαύρα, αποκαμωμένη, κρύφτηκε σε μια σπηλιά για να περάσει τη νύχτα. Ταλαιπωρημένη και κατάκοπη, παραδόθηκε στην αγκαλιά του Μορφέα, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά της μια ακαθόριστη μορφή.

«Ποιος είσαι;», ρώτησε η σαύρα, αλλά ο άγνωστος που κρυβόταν στο σκοτάδι της σπηλιάς, δεν αποκρίθηκε.

«Τι θέλεις;», ξαναρώτησε η σαύρα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να τιθασεύσει τον φόβο της και να καταλάβει αν το όν που στεκόταν μπροστά της ήταν άνθρωπος ή ζώο.

«Εγώ δεν θέλω τίποτα», απάντησε τελικά, μετά από ένα λεπτό, η μορφή. «Εσύ ζήτησες τη βοήθειά μου».

«Είσαι το πνεύμα του δάσους;».

«Ίσως και να είμαι. Ίσως όχι. Προς το παρόν δεν έχει σημασία η ταυτότητά μου. Αυτό που πρέπει να γίνει, είναι να σκαρφαλώσεις σ’ εκείνο το δέντρο».

Η σαύρα έστρεψε το βλέμμα της προς το σημείο που της έδειξε η μορφή και είδε ένα ψηλό δέντρο που βρισκόταν έξω από τη σπηλιά. Προχώρησε προς αυτό και στο φως των αστεριών διέκρινε ότι ο κορμός του ήταν σάπιος.

«Μα, είναι αδύνατο να σκαρφαλώσει κάποιος σ’ αυτό το δένδρο», είπε στη μορφή. «Με την παραμικρή κίνηση θα διαλυθεί».

«Δεν συμφωνώ. Αν όμως φοβάσαι, δεν είσαι υποχρεωμένη, να προσπαθήσεις» απάντησε η μορφή και στράφηκε να φύγει.

«Στάσου!!», φώναξε τότε η σαύρα, ενθυμούμενη τα λόγια της αρκουδίτσας και καταλαβαίνοντας ότι επρόκειτο για μια νέα δοκιμασία. «Κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν η μορφή εκφράζει όντως αυτό που νιώθει η ψυχή. Ό,τι λέει κάποιος, μπορεί να διαφέρει με αυτό που πιστεύει», της είχε πει η αρκουδίτσα και η σαύρα αντιλήφθηκε ότι αυτή η άγνωστη μορφή επιχειρούσε να την παραπλανήσει.

«Θα το κάνω», δήλωσε αποφασιστικά, θεωρώντας ότι η μορφή θα υποχωρούσε από την απαίτησή της.

Εκείνη όμως δεν αντέδρασε και έτσι η σαύρα μάζεψε όλο το θάρρος της και άρχισε να σκαρφαλώνει. Το δέντρο έτριζε σε κάθε κίνηση που έκανε, αλλά η σαύρα προσπαθούσε να μην ακούει τους ήχους και να μην κοιτάζει το έδαφος.

«Άντε, λίγο ακόμα… Λίγο ακόμα…», έλεγε σιωπηρά στον εαυτό της και συνέχιζε να ανεβαίνει.

Επιτέλους έπειτα από μία ώρα έφθασε στο τελευταίο κλαδί.

«Ναι!! Τα κατάφερα!!», φώναξε στη μορφή, αλλά βρισκόταν τόσο ψηλά που δεν μπορούσε να την εντοπίσει.

«Μπράβο!», της απάντησε τότε εκείνη και η σαύρα την είδε να κάθεται επάνω σ’ ένα αστέρι.

«Θα σε περιμένω σαύρα», συμπλήρωσε και με αυτήν την τελευταία φράση και προτού προλάβει η σαύρα να αντιδράσει, ακούστηκε ένας τρομερός κρότος και το δένδρο κατέρρευσε.

Η σαύρα βρέθηκε μεμιάς στο κενό και καθώς ένας σπασμός διαπέρασε το σώμα της, πετάχτηκε αναστατωμένη. Ήταν ξαπλωμένη μέσα στη σπηλιά και δη στο σημείο που είχε επιλέξει για να κοιμηθεί.

«Όνειρο ήταν», σκέφτηκε.

Ένα δύσκολο, εφιαλτικό και απαίσιο όνειρο που την οδήγησε όμως λίγο πιο κοντά στον στόχο της.

Συνεχίζεται…

Συνταγή της Αμβροσίας: Γλυκό βάλσαμο

Υλικά:

16 αυγά

600 γρ. ζάχαρη

600 γρ. αλεύρι που φουσκώνει μόνο του

1 κουτ. της σούπας εσάνς πικραμύγδαλου

1 κούπα κόντιτα (πορτοκάλι, πράσινο και κίτρινο νεράντζι)

Μια πρέζα αλάτι

Λίγη βανίλια

Εκτέλεση:

Χωρίζουμε τα ασπράδια αυγών από τους κρόκους και τα χτυπάμε μαρέγκα.

Ρίχνουμε σ’ ένα μπολ το αλεύρι και τα κόντιτα και τα ανακατεύουμε.

Βάζουμε σε μια λεκάνη τους κρόκους με τη ζάχαρη και τα δουλεύουμε, προσθέτοντας το πικραμύγδαλο, το αλάτι, τη βανίλια και στο τέλος εναλλάξ τη μαρέγκα με το αλεύρι (όταν προστεθεί η μαρέγκα, ανακατεύουμε με μια μαρίζ).

Αδειάζουμε το μίγμα σ’ ένα βουτυρωμένο και αλευρωμένο ταψί και ψήνουμε στους 180ο  – 200ο C σε προθερμασμένο φούρνο, περίπου για 25΄.