Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από το 5ο μέρος.

Η σαύρα συνέχιζε το ταξίδι της, αλλά όσο απομακρυνόταν από την εστία της, τόσο περισσότερο απογοητευόταν, αφού ένιωθε ότι είτε δεν θα κατάφερνε να φθάσει ποτέ στον προορισμό της, είτε ότι θα ήταν πολύ αργά για τους συντρόφους της στο δάσος. Μην έχοντας όμως άλλη επιλογή, συνέχισε να προχωρεί, ώσπου το μονοπάτι σταμάτησε σ’ ένα λιβάδι με άπειρα λουλούδια.

«Τώρα;», αναρωτήθηκε η σαύρα. «Τι θα κάνω; Πού θα πάω;».

«Χμμ!!!! Μήπως ακολούθησες λάθος δρόμο;» τη ρώτησε ένας νάνος που εμφανίστηκε άξαφνα μπροστά της. «Ή μήπως ο δρόμος σου συνεχίζει, αλλά εσύ δεν τον διακρίνεις;».

Η σαύρα, συνηθισμένη πλέον από τις απρόσμενες συναντήσεις, ρώτησε με τη σειρά της τον νάνο.

«Σ’ έστειλε το Πνεύμα του δάσους. Σωστά;».

Ο νάνος αγνόησε την ερώτησή της και είπε.

«Αυτό είναι το τελευταίο στάδιο της διαδρομής σου. Αρκεί να βρεις ποια είναι η κατεύθυνσή σου».

Η σαύρα κοίταξε γύρω της.

Εφόσον συνάντησε τον νάνο, ήταν πλέον σίγουρη ότι δεν είχε απομακρυνθεί από τη σωστή πορεία. Πού να βρισκόταν όμως το σπίτι του Πνεύματος;

Παρατήρησε προσεκτικά το λιβάδι, όπου φύονταν όμορφες παπαρούνες. Άπειρες παπαρούνες, μπλε, κόκκινες, λευκές και ………… Ωωωωωωωωω!! Αυτό δεν το είχε δει νωρίτερα. Δεξιά της ήταν ένα περίεργο άνθος. Ένα λουλούδι που δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Ήταν λίγο μεγαλύτερο από τις παπαρούνες, το σχήμα του έμοιαζε μ’ εκείνο των ρόδων και τα πέταλά του ήταν πολύχρωμα. Μωβ, ροζ, πορτοκαλί, κίτρινα, πράσινα, κόκκινα, μπλε και φούξια.

«Αυτό είναι το κλειδί που θα με οδηγήσει», είπε στον νάνο και ολοκληρώνοντας τη φράση της, άγγιξε το άνθος που λύγισε προς τα κάτω. Ένα κομμάτι του εδάφους τότε υποχώρησε και εμφανίστηκε μια υπόγεια στοά.

Ο νάνος ζήτησε από τη σαύρα να τον ακολουθήσει και αφού μπήκαν στη στοά και κατέβηκαν μια σκάλα, βρέθηκαν σ’ έναν χαμηλό και σκοτεινό διάδρομο. Ο νάνος άναψε μια δάδα και προχώρησαν στο τέλος του διαδρόμου, όπου υπήρχε ένα υπέροχο δάσος με πολλά δέντρα, θάμνους και λουλούδια, ένα ήρεμο ποτάμι που προερχόταν από μια πηγή στη σχισμή ενός βράχου και μικρές ξύλινες καλύβες, όπου κατοικούσαν νάνοι.

Στο κέντρο αυτού του πανέμορφου δάσους, όπου επικρατούσε η απόλυτη ηρεμία και ακουγόταν μόνο το μελωδικό κελάηδημα των πουλιών, το απαλό φύσημα του αγέρα και το θρόισμα των φύλλων των δένδρων, έστεκε μια αιωνόβια βελανιδιά.

Η σαύρα περιεργαζόταν εκστασιασμένη τον χώρο, όταν άκουσε κάποιον να την καλωσορίζει. Στράφηκε προς τη βελανιδιά, απ’ όπου ερχόταν ο ήχος και τότε επιτέλους αντίκρισε το Πνεύμα του δάσους.

Συνεχίζεται…

Συνταγή της Αμβροσίας: Απόλυτη διαφάνεια

Υλικά:

1 μεγάλος ανανάς

Χυμός από 1 μεγάλο ανανά

1 ½ κιλό τσικουδιά (άοσμη και απαλή)

½ κιλό άσπρο ρούμι

2 λοβοί βανίλιας

10 σπόροι τόνγκα

Κρυσταλλική ζάχαρη (ποσότητα ανάλογη με τη γλυκύτητα που θέλουμε να έχει το ποτό)

Εκτέλεση:

Καθαρίζουμε και κόβουμε τον ανανά. Κόβουμε τους λοβούς βανίλιας και σπάζουμε τους σπόρους. Τοποθετούμε όλα τα υλικά σ’ ένα μεγάλο βάζο, που κλείνει αεροστεγώς. Φυλάμε το βάζο σε σκιερό σημείο και ανακινούμε το περιεχόμενο 2 – 3 φορές ημερησίως, για σαράντα ημέρες. Στραγγίζουμε σ’ ένα τουλπάνι το ποτό και το αδειάζουμε σε κρυστάλλινη μποτίλια.