Από την Ισμήνη Χαρίλα

Ως αντίδραση στο κίνημα του Παρνασσισμού που στόχευε στη ρεαλιστική αναπαράσταση και του Νατουραλισμού που υπήρξε αντιστοίχως η εξέλιξη του Ρεαλισμού, γεννήθηκε στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα το κίνημα του Συμβολισμού που επιχειρούσε να αποδώσει τα τεκταινόμενα μέσα από εικόνες.

Το εν λόγω κίνημα αναπτύχθηκε κατά κύριο λόγο από τους ποιητές, αλλά υπήρξαν αντιπροσωπευτικά έργα και στον χώρο της πεζογραφίας. Ως χαρακτηριστικότερο δε πόνημα στην ελληνική λογοτεχνία θεωρείται το «Φθινόπωρο» του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου.

Με σπουδές στο εξωτερικό, δημοτικιστής και επηρεασμένος από τη γερμανική και σκανδιναβική λογοτεχνία, ο Χατζόπουλος παρέδωσε λοιπόν στο αναγνωστικό κοινό το «Φθινόπωρο» το 1917 και είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι καθώς ο χρόνος και ο τόπος που διαδραματίζονται τα γεγονότα παραμένουν ακαθόριστα, το ίδιο το κείμενο παραμένει σύγχρονο, αφού εκφράζει συναισθήματα που βιώνουν οι άνθρωποι σε κάθε εποχή.

Βασικοί πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι τα μέλη δυο αστικών οικογενειών που διέκοψαν τις σχέσεις τους εξαιτίας ενός αδιευκρίνιστου μίσους και έπειτα από πολλά χρόνια ο αρραβώνας των παιδιών τους τα ανάγκασε να επανασυνδεθούν. Ακολουθώντας τους κανόνες του Συμβολισμού, ο δημιουργός δεν αποσαφηνίζει παρά μόνο όσα είναι απαραίτητα για την κατανόηση της ιστορίας και υπονοεί τόσο τα αισθήματα, όσο και τις σκέψεις των ηρώων μέσα από εικόνες και λέξεις.

Μέσω δε της έντονης μουσικότητας του – έτερον ίδιον του Συμβολισμού – και εκτενών περιγραφών της φύσης αποδίδεται από τη μια πλευρά ο ψυχισμός των ατόμων και από την άλλη οι συμπεριφορικές μεταπτώσεις τους. Διαβάζει επί παραδείγματι ο αναγνώστης «Η θάλασσα μπροστά του στρωνόταν κατακόκκινη στο ηλιοβασίλεμα».

Ή σε άλλο σημείο «Γύρισε προς τη θάλασσα. Έφτασε ‘κει και στάθηκε μπροστά της. Νυχτωμένη καθώς ήταν, ήταν ωχρή, θαμπή κάτω από το φθινοπωρινό ουρανό. Μα σα να μην έφτανε σ’ αυτή ο αέρας, έμεινε ακίνητη αναδίνοντας μόνο μια κρύα ατάραχη πνοή».

Ευθύς εξ’ αρχής άλλωστε ο ίδιος ο τίτλος του έργου αποτελεί ένα σύμβολο, αφού το φθινόπωρο ως εποχή αποτελεί μια γέφυρα ανάμεσα στο καλοκαίρι που ταυτίζεται με τη χαρά και την ξενοιασιά και τον χειμώνα που παραπέμπει στη μελαγχολία και την περισυλλογή. Παράλληλα όμως υπονοεί αποφάσεις που λήφθηκαν απερίσκεπτα, χωρίς ενδελεχή ανάλυση, αλλά πιθανότατα και σχέδια και όνειρα που κατέληξαν άδοξα, ενώ υπόσχονταν αρχικά την ευτυχία.

Ο θάνατος, ένα άλλο στοιχείο που συναντάται στα έργα των συμβολιστών, εμφανίζεται δυο φορές στο παρόν αφήγημα και δεν περιορίζεται φυσικά στη σωματική απώλεια, αλλά προβάλλει στη μεν πρώτη περίπτωση τη μεταβατική πορεία στις σχέσεις των δυο οικογενειών και την αλλαγή πορείας πλεύσης των μελών τους και στη δε δεύτερη την άρνηση συγκατάβασης και της αποδοχής μιας ζωής που προδίδει τα όνειρα και τους πόθους.

Αντιστοίχως λειτουργεί και το ερωτικό στοιχείο που υποδηλώνει μέσω των αρραβωνιασμένων νέων, της Μαρίκας και του Στέφανου, αλλά και της Ευανθίας που μοιάζει να είναι το πλατωνικό τρίτο πρόσωπο της σχέσης, την απαίτηση της ολοκληρωτικής δέσμευσης, τον πρόωρο ενθουσιασμό που παραχωρεί τη θέση του στην απάθεια και την ανεμελιά του μικρού φτερωτού θεού που δεν περιορίζει σε ασφυκτικά δεσμά. Αυτή η έννοια της χαράς και της θλίψης που διαπνέει ολόκληρο το έργο υπαινίσσεται μάλιστα ακόμα και στο παρουσιαστικό των δυο κοριτσιών, της ροδαλής Ευανθίας και της χλωμής Μαρίκας.

Κατά συνέπεια, συνοψίζοντας όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία και τη μορφή του παππού που εμφανίζεται άξαφνα σε καίριες στιγμές, να στέκει ασάλευτη και να παρατηρεί όσα συμβαίνουν, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το «Φθινόπωρο» περικλείει τη νιότη και το γήρας, την ελπίδα και την απογοήτευση, την προσμονή και τη ματαίωση, τη φθορά και την ανανέωση. Υπό αυτό το πρίσμα είναι επομένως ένας ζωντανός συγγραφικός καμβάς ο οποίος χάρη στην εναλλαγή των ζωηρών και μουντών χρωμάτων που συμβαδίζουν με τις περιγραφές του εξωτερικού φυσικού περιβάλλοντος, αποτυπώνει το φως και το σκοτάδι που στιγματίζουν τις αναμνήσεις της ίδιας της ύπαρξης.