Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 1ο μέρος

Τρεις ημέρες αργότερα ο Ερνέστο είχε εξερευνήσει το δάσος, είχε γνωρίσει τα πουλιά και τα ζώα που κατοικούσαν σ’ αυτό και είχε ξεκουραστεί από το πολυήμερο ταξίδι του. Παρ’ όλα αυτά, καθώς δεν είχε καταφέρει ακόμα να λύσει το μυστήριο του χωριού της κακίας, αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να σταματήσει την έρευνά του και να συνεχίσει την περιπλάνησή του στον κόσμο.

Ο Κοκκινούλης, με τον οποίο είχαν γίνει φίλοι, τον συμβούλευε να μην ασχοληθεί άλλο με την υπόθεση, διότι θεωρούσε ότι οποιαδήποτε επαφή με τους ανθρώπους του χωριού ήταν επικίνδυνη.

Ωστόσο, ο Ερνέστο εξακολουθούσε να είναι περίεργος και δεν καταλάβαινε πώς ήταν δυνατόν να συμπεριφέρονται όλοι με τον ίδιο τρόπο. Δεν υπήρχε κανείς που να είχε ευγενικά αισθήματα ή να ένιωθε λίγη καλοσύνη στην ψυχή του;

Η κατάσταση δεν ήταν φυσιολογική και ο Ερνέστο αποφάσισε τελικά να αγνοήσει τη φωνή της λογικής του που συμφωνούσε με τις νουθεσίες του Κοκκινούλη και να φθάσει την αναζήτησή του μέχρι το τέλος.

Έτσι τις επόμενες εβδομάδες παρακολούθησε τους κατοίκους του χωριού και αφού κατέγραψε τα ονόματα, τα επαγγέλματα, τους συγγενείς, τους φίλους και τις συνήθειές τους, μελέτησε προσεκτικά τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει, προκειμένου να εντοπίσει κάποιο κοινό στοιχείο.

Αρχικά είναι αλήθεια ότι απογοητεύτηκε, γιατί εκτός από κάποιες επαναλαμβανόμενες συγγενικές ή φιλικές σχέσεις που ήταν άλλωστε εύλογες σ’ ένα μικρό χωριό, δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να του κινεί το ενδιαφέρον.

Όμως, άξαφνα μια αναλαμπή…. Μια λεπτομέρεια που όταν την είχε πρωτογράψει, δεν τον εντυπωσίασε. Όλοι ανεξαιρέτως οι κάτοικοι άφηναν στα παράθυρά τους τα μεσάνυχτα ένα αναμμένο κερί και ένα κλουβί μ’ ένα καναρίνι.

Ο Ερνέστο δεν ήξερε αν επρόκειτο για κάποιο έθιμο ή τελετουργικό και αδυνατούσε να κατανοήσει τους λόγους της συγκεκριμένης ενέργειας. Ρώτησε λοιπόν τον Κοκκινούλη, αλλά ούτε εκείνος είχε κάποια ιδέα. Αντίστοιχες απαντήσεις έδωσαν και τα υπόλοιπα ζώα και πουλιά του δάσους, όταν ρωτήθηκαν.

Μπερδεμένος και αναστατωμένος, ο Ερνέστο κατέληξε ότι θα έλυνε το αίνιγμα, μόνο αν παρακολουθούσε τη σκηνή και έβλεπε τι συνέβαινε μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

«Θα πάω απόψε κιόλας», δήλωσε στον Κοκκινούλη και εκείνος προσφέρθηκε να τον συνοδεύσει.

Μισή ώρα πριν τα μεσάνυχτα οι δυο φίλοι ήταν κρυμμένοι πίσω από έναν βράχο στον λόφο που βρισκόταν απέναντι από το χωριό. Η νύχτα ήταν ήσυχη και ο ουρανός έλαμπε χάρη στο έντονο φως των αστεριών του. Το σημείο που είχαν επιλέξει, επέτρεπε στον Κοκκινούλη και τον Ερνέστο να ελέγχουν περιμετρικά όλα τα σπίτια, αλλά ο τελευταίος κοιτούσε διαρκώς το ρολόι του, όντας ανήσυχος για την εξέλιξη.

Δώδεκα η ώρα ακριβώς τα παράθυρα άνοιξαν και οι κάτοικοι άφησαν στα περβάζια τους ένα αναμμένο κερί και ένα κλουβί μ’ ένα καναρίνι. Έπειτα απομακρύνθηκαν από τα παράθυρα και τότε ο Κοκκινούλης και ο Ερνέστο είδαν κάτι που θα προτιμούσαν να μην είχαν δει ποτέ.

Συνεχίζεται……….

Συνταγή της Αμβροσίας: Κρυστάλλια

Υλικά:

25 μικρά άγουρα αχλάδια

1 κιλό ζάχαρη

3 ποτήρια νερό

2 βανίλιες

200 γραμμάρια αμύγδαλα (ολόκληρα, ασπρισμένα)

Χυμός ενός λεμονιού

Εκτέλεση:

Πλένουμε και καθαρίζουμε τα αχλάδια, χωρίς να τα κόψουμε και αφαιρούμε τα κουκούτσια.

Σε μια κατσαρόλα βάζουμε το νερό με τη ζάχαρη και ανακατεύουμε καλά. Μόλις λιώσει η ζάχαρη και αρχίσει να ζεσταίνεται, προσθέτουμε τη βανίλια, τα αχλάδια και τα αμύγδαλα. Βράζουμε περίπου 1 ώρα και ρίχνουμε το λεμόνι 2 λεπτά περίπου προτού αποσύρουμε από τη φωτιά.