από τη Χριστίνα Καπράλου

Εγώ τι κάνω εδώ;

Αυτό το  δικό σας εδώ,  είναι για μένα το εκεί, το πέρα μακριά, το μακριά από μένα Παναγίτσα μου!

Αυτά έλεγε μέσα από τα δόντια του το Λενιώ και έκανε τον σταυρό του κάθε φορά που τέλειωνε μια πρόταση.

Περπατούσε στον δρόμο και τράβαγε την μάσκα μακριά από την μύτη της για να παίρνει ανάσες. Ανάθεμα! Έλεγε και ξαναφόραγε την μάσκα και έβαζε στα χέρια αντισηπτικό και έβγαζε παπούτσια και ρούχα μόλις έμπαινε σπίτι και κρεμούσε το μπουφάν της έξω στην βεράντα. Υπάκουη στους  κανόνες το Λενιώ μα στράβωνε με την εξέλιξη.

Περνούσε αρκετές ώρες μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή της και άλλες τόσες κρατούσε στα χέρια της το κινητό της ώσπου αυτό έγινε προέκταση της σκέψης της, προέκταση του εαυτού της. Έβγαζε selfie πότε με χαμόγελο, πότε με μυστηριώδες βλέμμα, πουλούσε τον εαυτό της μέσα από τις δραστηριότητες της.

‘Εστελνε μηνύματα σε φίλους και “φίλους” στα αδέλφια της στην μάνα της στον πατέρα της. Οι εφαρμογές διαδέχονταν η μία την άλλη… viber για τον μπαμπά, messenger για την μαμά, zoom για την δουλειά, instagram για την αδελφή και τους φίλους, ο αδελφός της που ήταν γραφικός την έπαιρνε τηλέφωνο και  άκουγε την φωνή του. Είχε μπερδέψει την έννοια του «γράφω» με την έννοια του «μιλώ».

«Του είπα» ‘ελεγε στην φίλη της στην βιντεοκλήση και έδειχνε την οθόνη του κινητού της. Τα δαχτυλά της στο πληκτρολόγιο της οθόνης είχαν αντικαταστήσει την φωνή της.

Κάνοντας μπάνιο τραγούδησε δυνατά – ε ναι το Λενιώ τραγουδούσε στο μπάνιο ευτυχώς – και τότε άκουσε την φωνή της και ξαφνιάστηκε γιατί είχε ξεχάσει τον ήχο της. 

“Παράξενες οι μέρες που ζούμε” σκέφτηκε τυλίγοντας την πετσέτα στα μαλλιά της.

Ωρα 5.15 μ,μ το Λενιώ οργάνωνε σχέδιο δράσης σχέδιο απελευθέρωσης.

«Με κωδικό 6 θα πάω με τα πόδια με φόρμα και αθλητικά, βόλτα  όσα  χιλιόμετρα αντέχω,  και αντέχω πολλά. Με κωδικό 4 θα πάρω το αυτοκίνητο και θα πάω μακριά σε περιοχές συγκεκριμένες.»

Από την μια τα χιλιόμετρα,  από την άλλη το τιμόνι,  και εκεί δίπλα οι καθαρές πυτζάμες  και η οθόνη του κινητού….

Το Λενιώ χώθηκε στα σκεπάσματα,  στην ασφάλεια της πυτζάμας της  και της οθόνης.

Ε ρε γλέντια που θα κάνουμε και απόψε είπε και παρήγγειλε σουβλάκια και κρέπα.

«Μεσημέριασε κουτσούνα μου» είπε η μάνα της στις 2 το μεσημέρι…

«Ασε μας ρε μάνα, στις 5 τα ξημερώματα με πήρε ο ύπνος» είπε το Λενιώ και άλλαξε πλευρό.

Όταν κατάλαβε πως το δικό της  εδώ,  έγινε ένα με το δικό τους,  το Λενιώ τρόμαξε μα δεν αντέδρασε και όταν βγήκε έξω με κωδικό 2 για να ψωνίσει τα απαραίτητα από το super market,  φόρεσε την μάσκα της με τα λουλουδάκια και έκανε την προσωπική της επανάσταση….

vivere pericolosamente!