από τη Μάρθα Πατλάκουτζα.

            Μια φορά κι άγνωστο καιρό πόσο παλιά… ζούσε ένα δάκρυ.

            Μοναχικό, ολοστρόγγυλο, λαμπερό και ακριβό σαν ακατέργαστο διαμάντι.

            Ζούσε στη μυστική του κρύπτη, καλά προφυλαγμένο από τους άλλους ανθρώπους. Υπάκουγε στη βούληση μιας και μόνο ψυχής.

            Τα πράγματα δεν ήταν πάντα ρόδινα. Υπήρξαν φορές που η ζωή το είχε φέρει στο χείλος του… οφθαλμού.

            Αλλά μια βαθιά ανάσα, ένα χάδι, μια καλή κουβέντα έφταναν για να γλιτώσει.

            Ώσπου μια μέρα, δεν το περίμενε είναι αλήθεια, συνέβη κάτι. Για ώρα πολλή τρανταζόταν και ανεβοκατέβαινε σαν να πετούσε μια ψηλά και μια στα χαμηλά. Δίχως να το θέλει, δίχως να το έχει επιδιώξει βρέθηκε για μια ακόμη φορά αβέβαιο στο χείλος. Ήταν ζήτημα χρόνου να κατρακυλήσει.

            Κοίταξε ολόγυρά του. Καμία αντίδραση, καμία σανίδα σωτηρίας.

            Μόνο σιωπή.

            Μια αβάσταχτη, ανίκητη σιωπή.

            Το δάκρυ μάζεψε όλη τη δύναμή του. Έπρεπε να κατρακυλήσει.

            Έπρεπε το ίδιο να πεθάνει για να ζήσει η ψυχή.

            Και τότε, υπάκουσε. Κύλησε αργά…

            Προτίμησε να χαθεί για να σωθεί εκείνη.

            Γιατί χωρίς ψυχή, τίποτα δεν υπάρχει.