Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 2ο μέρος

Μια απόκοσμη σιωπή απλώθηκε άξαφνα παντού, λες και κάποιος είχε αφαιρέσει από όλους τη δύναμη της φωνής τους. Οι κάτοικοι του χωριού εξακολουθούσαν να είναι κρυμμένοι στα σπίτια τους και εκτός από τον Ερνέστο, τον Κοκκινούλη και τα καναρίνια, κανείς άλλος δεν ήταν έξω.

Πέντε λεπτά ακριβώς μετά τα μεσάνυχτα, μια γυναικεία μορφή με ακαθόριστα χαρακτηριστικά εμφανίστηκε στην κορυφή του λόφου και μια δυνατή ριπή του αγέρα έσβησε μεμιάς όλα τα κεριά και κάλυψε μ’ ένα μαύρο πέπλο τα αστέρια, απλώνοντας ολόγυρα το σκοτάδι.

Η γυναίκα έβγαλε μια δυνατή κραυγή, σήκωσε ψηλά το χέρι της στο οποίο κρατούσε μια μπρούτζινη ράβδο μ’ έναν κατακόκκινο κρύσταλλο και την έστρεψε προς το φεγγάρι.

Τότε, το μαύρο πέπλο που μέχρι εκείνη τη στιγμή κάλυπτε τον ουρανό, άρχισε να καίγεται και καθώς έλιωνε και έπεφτε στο κενό, έντονες φλόγες τυλίχτηκαν γύρω από το φεγγάρι δημιουργώντας ένα στεφάνι με μεγάλες ακτίνες που μετατράπηκαν σε πλοκάμια χταποδιού.

Το θέαμα ήταν αποκρουστικό και σύντομα έγινε τρομακτικό, αφού τα πλοκάμια έριξαν ένα δίχτυ πάνω στα αστέρια, τα εγκλώβισαν μέσα σ’ αυτό και έπειτα έσφιξαν τα σκοινιά και τα αστέρια βρέθηκαν τόσο κοντά το ένα στο άλλο που έμοιαζαν με μια φωτεινή μπάλα στο κέντρο του ουρανού.

Με γρήγορες κινήσεις, η γυναίκα έβγαλε τότε από την τσέπη της μερικά φύλλα καπνού, τα απίθωσε στην παλάμη της και φύσηξε δυνατά.

Τα φύλλα διασκορπίστηκαν, στροβιλίστηκαν και στη συνέχεια ενώθηκαν και σχημάτισαν μια κατάμαυρη κίσσα που πέταξε αρχικά κοντά στη μπάλα φωτός και ακούμπησε σ’ αυτήν τα φτερά της για να στραφταλίσουν από τη λάμψη των αστεριών και ύστερα πέταξε κρώζοντας πάνω από τα σπίτια του χωριού.

Τα κεριά άναψαν ξανά, αλλά οι φλόγες τους είχαν τώρα ένα περίεργο κοκκινόμαυρο χρώμα και τρεμόπαιζαν σαν χείλη που ανοιγόκλειναν ψιθυρίζοντας δυσνόητες φράσεις στα καναρίνια.

Η γυναίκα άφησε τη ράβδο στο χώμα, το δίχτυ άνοιξε και ελευθέρωσε τα αστέρια που ξαναπήραν τη θέση τους στον ουρανό, ενώ οι φλόγες των κεριών έσβησαν και η κίσσα κάθισε επάνω στην παλάμη της γυναίκας, τράβηξε ένα από τα φτερά της και διαλύθηκε πάλι σε φύλλα καπνού.

Όσον αφορά τα καναρίνια, εκείνα άνοιξαν με τη μυτούλες τους τις πόρτες των κλουβιών και κελάηδησαν μια μελωδία που τράβηξε σαν υπνωτισμένους τους κατοίκους κοντά στα παράθυρα.

Ο Ερνέστο δεν καταλάβαινε τη γλώσσα των πουλιών, ο Κοκκινούλης όμως του εξήγησε ότι επρόκειτο για ένα κήρυγμα μίσους προς όλους.

«Αυτή η γυναίκα είναι λοιπόν η πηγή της κακίας», συμπέρανε ο Ερνέστο, συγκλονισμένος ακόμα από όσα είχε δει.

«Ποια είναι όμως και πώς θα καταφέρουμε να την αντιμετωπίσουμε;»

Συνεχίζεται……….

Συνταγή της Αμβροσίας: Σταγόνες

Υλικά:

1 κιλό σμέουρα

½ ποτήρι νερό

1 ½ ποτήρι ζάχαρη

½ φλιτζανάκι του καφέ κονιάκ

Εκτέλεση:

Πλένουμε τα σμέουρα, τα βράζουμε μέχρι να λιώσουν και στη συνέχεια τα πιέζουμε με το πρες πουρέ.

Έπειτα τα βάζουμε μαζί με τον χυμό τους σε μια κατσαρόλα, προσθέτουμε το νερό, τη ζάχαρη και το κονιάκ και τα βράζουμε μέχρι να δέσει καλά η σάλτσα.

Όταν κρυώσει, τοποθετούμε τη σάλτσα σε βάζα και τη διατηρούμε στο ψυγείο.