Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από 3ο μέρος

Τις υπόλοιπες ώρες μέχρι να ξημερώσει, ο Ερνέστο και ο Κοκκινούλης προσπάθησαν μάταια να βρουν κάποιον τρόπο για να εντοπίσουν αρχικά την ταυτότητα της άγνωστης γυναίκας και στη συνέχεια την κατάλληλη τακτική αντιμετώπισής της.

Στο τέλος και αφού δεν είχαν καταλήξει σε λύση, ο Κοκκινούλης πρότεινε να ζητήσουν τη συμβουλή της κουκουβάγιας.

«Εκείνη γνωρίζει όλα τα πλάσματα του δάσους και δεν της διαφεύγει τίποτα απ’ ό,τι συμβαίνει. Εξάλλου, ζει τόσα χρόνια εδώ που είναι αδύνατον να μην έχει δει ή ακούσει κάτι σχετικό με αυτήν τη γυναίκα».

Δίχως να χάσουν λοιπόν ούτε ένα λεπτό, σηκώθηκαν και πήγαν στη φωλιά της.

Εκείνη τους άκουσε προσεκτικά και όταν ολοκλήρωσαν την αφήγησή τους με τα γεγονότα της νύχτας, τους είπε.

«Αυτό το τελετουργικό επαναλαμβάνεται εδώ και είκοσι χρόνια και πίσω του κρύβεται μια ιστορία πόνου και δυστυχίας.

Η γυναίκα που είδατε, ονομάζεται Εσπεράντσα και μεγάλωσε σ’ αυτό το χωριό. Τα παιδικά της χρόνια δεν ήταν μήτε όμορφα, μήτε ανέμελα, αφού οι γονείς της ήταν δυο άνθρωποι που αντιμετώπιζαν την οικογένειά τους σαν μια βασανιστική υποχρέωση και δεν υπήρχε μέσα τους κανένα ίχνος αγάπης για τα παιδιά τους.

Οι τσακωμοί ήταν μόνιμοι ανάμεσά τους και συχνά ξεσπούσαν τα νεύρα τους στην Εσπεράντσα και τα εννέα αδέλφια της.

Στο πέρασμα των χρόνων κάποια από τα παιδιά αρρώστησαν και πέθαναν και άλλα έφυγαν για να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη σε άλλους τόπους. Στο χωριό έμειναν μόνο η Εσπεράντσα και μια αδελφή της που παντρεύτηκε και ακολούθησε για την ανατροφή των παιδιών της τη βασανιστική μέθοδο που γνώρισε από τους γονείς της.

Η Εσπεράντσα ξεχώριζε πάντα από την οικογένειά της. Ήταν ένα καλό κοριτσάκι που συμπεριφερόταν μ’ ευγένεια, ακόμα και σ’ εκείνους που το κορόιδευαν και το απόδιωχναν εξαιτίας της κακής φήμης των γονιών του.

Μοναδικό καταφύγιό της ήταν ανέκαθεν το δάσος. Εδώ ξέφευγε από τα προβλήματά της και έβρισκε ζεστασιά στη συναναστροφή της με τα ζώα και τα πουλιά που μπορούσαν να διακρίνουν την καλοσυνάτη ψυχή της.

Όταν έγινε είκοσι χρονών, οι γονείς της αλληλοσκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια ενός τελευταίου μεγάλου καβγά και η Εσπεράντσα έμεινε μόνη. Τότε, ελεύθερη, αν και λίγο φοβισμένη, προσπάθησε να βρει δουλειά και να φτιάξει τη ζωή της. Δυστυχώς όμως το χωριό δεν της το επέτρεψε. Για όλους ήταν δακτυλοδεικτούμενη και κανείς δεν την πλησίαζε.

Έχοντας εξαντλήσει λοιπόν τα αποθέματα υπομονής, πίστης και επιμονής, η Εσπεράντσα ήρθε στο δάσος αποφασισμένη να τερματίσει το μαρτύριό της, πέφτοντας στον γκρεμό. Την τελευταία στιγμή όμως την έσωσε μια μάγισσα που είχε το καλύβι της στο ξέφωτο, πλάι στον καταρράκτη. Την πήρε κοντά της, της δίδαξε τη μαγική της τέχνη και τα ξόρκια της και της έμαθε να ανταποδίδει ισότιμα τις προσφορές των άλλων.

Δέκα χρόνια αργότερα, η μάγισσα πέθανε και η Εσπεράντσα είχε επιτέλους όλα τα όπλα που χρειαζόταν για να εκδικηθεί το χωριό.

«Δεν θα ξανανιώσουν ποτέ χαρά ή ευτυχία και η ζωή τους θα είναι πλημμυρισμένη από κακία, φθόνο και μίσος. Όλοι εναντίον όλων. Κανείς δεν θα τους πλησιάζει και η κακή τους φήμη θα φτάσει στα πέρατα του κόσμου, ώστε να τους αποδιώχνουν, όπως ακριβώς εκείνοι έδιωξαν κάποτε εμένα», ορκίστηκε στον εαυτό της και έτσι χρησιμοποίησε τη μαγεία της για να εξαφανίσει όλα τα θετικά συναισθήματα.

Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε που έδωσε τον όρκο της και στο χωριό βασιλεύουν πλέον ο πόνος, ο τρόμος, η κακία, η θλίψη και η δυστυχία».

Συνεχίζεται……….

Συνταγή της Αμβροσίας: Γλυκό και λαχταριστό

Υλικά:

½ κιλό φύλλο για μπακλαβά

1 κουτ. σούπας ζεστό λιωμένο βούτυρο

Για τη γέμιση

1 κιλό κάστανα

1 κούπα σταφίδες

1 κούπα φιστίκι Αιγίνης άψητο

½ κούπα κουκουνάρι

Ξύσμα πορτοκαλιού

Λίγη κανέλλα

Για το σιρόπι

3 κούπες ζάχαρη

2 κούπες νερό

½ λεμόνι

Εκτέλεση:

Πλένουμε, βράζουμε, καθαρίζουμε και κόβουμε σε κύβους τα κάστανα.

Απλώνουμε τη μισή ποσότητα φύλλου σ’ ένα ταψί. Βάζουμε σ’ ένα μπολ τα υλικά της γέμισης και τα ανακατεύουμε. Στη συνέχεια, τοποθετούμε τη γέμιση επάνω στο φύλλο, καλύπτουμε με το υπόλοιπο, χαράζουμε σε κομμάτια και «καρφώνουμε» από ένα γαρίφαλο.

Ζεματίζουμε με το βούτυρο και ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 180ο C για 2 – 2 ½ ώρες. Όταν ψηθεί, βγάζουμε το ταψί από τον φούρνο.

Ετοιμάζουμε το σιρόπι, βράζοντας τα υλικά και μόλις κρυώσει το γλυκό, το σιροπιάζουμε (ζεστό σιρόπι, κρύο γλυκό).