Συνέντευξη στην Άρια Σωκράτους.

Για την Καλομοίρα Κουμπή οι ιστορικές παραδόσεις είναι συνώνυμες με τον τρόπο ζωής. Είναι μια ακούραστη ερευνήτρια των ιστορικών παραδόσεων και των εθίμων του τόπου των Σπετσών. Για 14 χρόνια υπηρέτησε ως Προισταμένη στο Ιστορικό Αρχείο των Σπετσών, ίδρυσε το Σπετσιώτικο σπίτι, ένα άτυπο λαογραφικό μουσείο ενώ το 2020 κυκλοφόρησε το βιβλίο της “Όσα της είχαμε δοσμένα”, με το οποίο αναλύει τη λαική παράδοση και μελετά κυρίως την υλική υπόσταση των γυναικών του 19ου αιώνα στις Σπέτσες και σε όλα όσα σχετίζονται με τα κληρονομικά δικαιώματά τους, την προίκα, και το Εθιμικό Κληρονομικό Δίκαιο που ήταν σε ισχύ στο νησί των Σπετσών τον 19ο αιώνα.

Ιστορικό Αρχείο Σπετσών
  1. Διακρίνεστε από μια ιδιαίτερη κλίση στο θέμα της έρευνας των ιστορικών παραδόσεων και εθίμων του τόπου των Σπετσών. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως για 14 ολόκληρα χρόνια υπηρετήσατε ως Προισταμένη στο Ιστορικό Αρχείο Σπετσών, το οποίο κατά τη διάρκεια της θητείας σας εμπλουτίστηκε και οργανώθηκε. Πώς ξεκίνησε αυτή η μεγάλη σας αγάπη για την ιστορία και τις παραδόσεις;

Η αγάπη μου για τις παραδόσεις και  την ιστορία, ξεκίνησε απ’ την παιδική μου ηλικία. Έζησα σ’ ένα περιβάλλον και μια οικογένεια που αγαπούσε και τη λαϊκή παράδοση και την ιστορία. Ιδιαίτερα ο πατέρας μου. Επίσης έζησα σ’ ένα περιβάλλον που ήμουν δέκτης της λαϊκής παράδοσης, όχι μόνο απ’ το οικογενειακό μου περιβάλλον, αλλά μ’ ένα φυσικό τρόπο κι από λαϊκές γυναίκες της γειτονιάς. Από τις γειτόνισσες. Ήταν η εποχή που η γειτονιά αποτελούσε πρωτογενή φορέα κοινωνικοποίησης των παιδιών. Μου άρεσε ν΄ ακούω απ’ τις γιαγιάδες μου κι απ τις γειτόνισσες ιστορίες και παραμύθια κι όλα όσα σχετίζονται με τη λαϊκή μας παράδοση.  Όλα αυτά δημιούργησαν το κατάλληλο υπόβαθρο κι όταν βρέθηκα κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες το ενδιαφέρον μου αυτό στράφηκε στην έρευνα και παρουσίαση αυτής της λαϊκής παράδοσης. Στο Ιστορικό Αρχείο έκανα αίτηση ν’ αποσπαστώ μετά από ώθηση του συζύγου μου, που είχε διαπιστώσει πως χάνονται τα αρχεία των Σπετσών και κάποιος έπρεπε να ασχοληθεί αποκλειστικά μ’ αυτό. Πήγα αρχικά για ένα χρόνο. Δεν είχα πρόθεση να μείνω παραπάνω. Στην πορεία έπρεπε να ολοκληρώσω αυτά που άρχισα, συγκέντρωσα ένα τεράστιο αρχειακό υλικό, δρομολόγησα τη διαδικασία για μεταστέγαση του Αρχείου που τότε στεγαζόταν σ’ ένα μικρό χώρο που ήταν μια παλιά στέρνα διαμορφωμένη σ’ αποθήκη. Το μεταστέγασα, το οργάνωσα κι όταν έφυγα , μετά από 14 χρόνια, αυτό που παρέδωσα δεν είχε καμιά σχέση μ’ αυτό που παρέλαβα.

2. Στο βιβλίο σας «Όσα της είχαμε δοσμένα»κάνετε βουτιά στα βαθιά νερά της λαικής παράδοσης και μελετάτε κυρίως την υλική υπόσταση των γυναικών του 19ου αιώνα στις Σπέτσες και σε όλα όσα σχετίζονται με τα κληρονομικά δικαιώματά τους, την προίκα, και το Εθιμικό Κληρονομικό Δίκαιο που ήταν σε ισχύ στο νησί των Σπετσών τον 19ο αιώνα. Τι σας ώθησε να προχωρήσετε σε μια τόσο ενδελεχή και δύσκολη έρευνα για τη συγγραφή του εν λόγω βιβλίου;

Στην έρευνα το ένα φέρνει το άλλο. Ξεκινάς από μια μελέτη και σου ανοίγονται θέματα, από το ίδιο το υλικό που μελετάς. Έτσι έγινε. Ψάχνοντας και ερευνώντας αρχικά τα ιδιωτικά αρχεία των Σπετσιώτικων οικογενειών της Επανάστασης, βρήκα έγγραφα που αναφέρονται στο θέμα αυτό και βρήκα   ενδιαφέρον να τα μεταγράψω . Αργότερα, όταν μαζεύτηκε ένας ικανός όγκος υλικού τα μελέτησα. Συνήθως κεντρίζουν το ενδιαφέρον μας θέματα που αγαπάμε Η  λαϊκή φορεσιά και ειδικά η Σπετσιώτικη, καθώς και οι πληροφορίες για την καθημερινή ζωή και τα έθιμα, τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης ήταν αγαπημένα μου θέματα, γι αυτό και ασχολήθηκα ιδιαίτερα.

Το Σπετσιώτικο Σπίτι

3. Έχετε δημιουργήσει το «Σπετσιώτικο σπίτι», ένα άτυπο λαογραφικό μουσείο. Μπορείτε να μας μιλήσετε για αυτό το σημαντικό έργο;

Το ” Σπετσιώτικο Σπίτι”, δεν ήταν δική μου έμπνευση. Είχα συνδεθεί με μια ηλικιωμένη κυρία, μια σημαντική Σπετσιώτισσα, τη Λιάνα Φραγκιά -Παπαδήμου, σύζυγο ενός σπουδαίου φωτογράφου, του Δημήτρη Παπαδήμου. Αυτή, λάτρευε τη σπετσιώτικη λαϊκή παράδοση κι ειχε όνειρό της να δημιουργήσει το “Σπετσώτικο Σπίτι”. Ένιωθε όμως πως μεγάλωσε αρκετά για να μπορεί να το πραγματοποιήσει και μου μεταβίβασε κατά κάποιον τρόπο αυτό το όνειρο μαζί με αρκετά αντικείμενα που αποτέλεσαν την πρώτη “μαγιά”  αυτού του Σπετσιώτικου σπιτιού, παίρνοντας  από μένα υπόσχεση πως θα το πραγματοποιήσω.

Το στέγασα σε μια αίθουσα του Ιστορικού Αρχείου, στο οποίο τότε υπηρετούσα. Ήταν ό, τι καλύτερο μπορούσα τότε να κάνω, αλλά δεν ήταν ό, τι είχα ονειρευτεί και θα ήθελα να κάνω. Θα ήθελα να είχα τον τρόπο να το στεγάσω σ’ ένα μεγάλο χώρο που θα αναδείκνυε τα αντικείμενα και κυρίως θα δημιουργούσε την κατάλληλη  ατμόσφαιρα του σπετσιώτικου σπιτιού.. Αυτό το δημιούργημα πιο πολύ εστιάζει  στην απόδοση της ατμόσφαιρας παρά στα επιμέρους αντικείμενα. Οι επισκέπτες ομολογούν πως βγάζει τη ζεστή ατμόσφαιρα ενός παραδοσιακού σπετσιώτικου σπιτιού.

4.Ποιά θεωρείτε πως είναι η θέση των ιστορικών παραδόσεων και της πολιτιστικής κληρονομιάς σε αυτή την ασφυκτική λαίλαπα της έξαρσης της πανδημίας που διανύουμε, η οποία συνοδεύεται με μια αμφισβήτηση και καταπολέμηση των παραδόσεων στο όνομα ενός άκρατου προοδευτισμού;

Η πολιτιστική κληρονομιά μας κι οι παραδόσεις μας, μας ωθούν να συνειδητοποιήσουμε τις ρίζες μας και να αντλήσουμε δύναμη απ’ αυτές. Η πολιτιστική μας κληρονομιά και η παράδοση αποτελούν  έκφραση των αξιών του πολιτισμού μας, πάνω στις οποίες στηρίχτηκαν οι προηγούμενες γενιές και με τη διαχρονική δύναμή τους  αποτελούν σταθερή πηγή απ’ την οποία μπορούμε ν’ αντλούμε δύναμη και για τα δύσκολα που συχνά έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε. Για την αντιμετώπιση της πανδημίας απαιτείται, παράλληλα με τη συνδρομή της ιατρικής και του πολιτικού σχεδιασμού της αντιμετώπισής της, να είμαστε ως μέλη της κοινωνίας συνειδητοποιημένοι , να ξέρουμε  γιατί πρέπει να προστατεύσουμε τη ζωή, τη δική μας και των άλλων, γιατί πρέπει ν’ αγωνιστούμε, γιατί πρέπει να είμαστε αλληλέγγυοι, γιατί πρέπει , όταν χρειαστεί να θυσιάσουμε το δικό μας συμφέρον για χάρη της αντιμετώπισης της κρίσης αυτής.

5. Ποιό είναι το επόμενο έργο σας και ποιοί είναι οι μελλοντικοί σας στόχοι;

Μόλις τέλειωσα ένα ιστορικό μυθιστόρημα με τίτλο “Η κόρη της Λασκαρίνας” , που η κεντρική ηρωίδα του είναι η Ελένη, η κόρη της Μπουμπουλίνας, που παντρεύτηκε τον Πάνο, το γιο του Κολοκοτρώνη, χήρεψε στα 17 της χρόνια και στη συνέχεια  παντρεύτηκε το Θεοδωράκη Γρίβα, έναν οπλαρχηγό της Αιτωλοακαρνανίας. Η ζωή της παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, εξ αιτίας της κινδύνεψε η Επανάσταση μετά τη διαμάχη του Κολοκοτρώνη και του Γρίβα με αφορμή τη διεκδίκηση της προίκας της. Στο βιβλίο, καθώς ξετυλίγεται η ζωή της Ελένης, αποκαλύπτονται και πολλές άγνωστες πτυχές της Επανάστασης και οι εμφύλιες διαμάχες που αποτελούν μια σκοτεινή πλευρά του ’21.  Μέσα στις σελίδες του βιβλίου φωτίζεται και ξεκαθαρίζει ο αναγνώστης όχι μόνο τα γεγονότα, μα και τα κίνητρα και τις συμμαχίες των ανθρώπων που υπήρξαν πρωταγωνιστές τους. Επίσης μπαίνει στο κλίμα της εποχής, παρακολουθεί τις ιστορικές και πολιτικές εξελίξεις και τις αλλαγές στην καθημερινότητα , από την εποχή των Ορλωφικών μέχρι και την Οθωνική Ελλάδα.

6. Αν θα έπρεπε με τρεις λέξεις να περιγράψετε την προσωπικότητα σας ποιές θα ήταν αυτές και γιατί;

Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για τον εαυτό σου με 3 λέξεις. Γενικά δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για τον εαυτό του, χωρίς να είναι υποκειμενικός και μη μπει στον κίνδυνο να περιαυτολογήσει.

Διακινδυνεύοντας λοιπόν όλα αυτά, μιλώντας για τον εαυτό μου, θεωρώ πως με εκφράζουν οι παρακάτω 3 λέξεις-ιδιότητες:

Χριστιανή.  Η ιδιότητα αυτή δε μπορεί παρά ν’ αποτελεί βασικό στοιχείο της ταυτότητας ενός ανθρώπου όταν αποτελεί συνειδητή θέση και στάση ζωής.

 Αποφασιστική. Στη ζωή μου έχω πάρει τολμηρές  για τα δεδομένα μου αποφάσεις, στις οποίες  ήμουν συνεπής. Παντρεύτηκα στα 18 μου, σπούδασα παντρεμένη,  ήμουν δυο φορές υποψήφια δήμαρχος και επί 8 χρόνια επικεφαλής της αντιπολίτευσης στο Δήμο Σπετσών, κλπ.

Εργατική. (Ασχολούμαι με πολλά πράγματα που δε μου αφήνουν καθόλου  κενό χρόνο. Πέρα από την εργασία μου ως καθηγήτρια  στο Λύκειο,  και την ερευνητική και συγγραφική ενασχόληση, μ’ αρέσει πολύ να κάνω πράγματα με τα χέρια μου, όπως  να ράβω, να κεντάω κλπ. και πιστεύω πως ο άνθρωπος πρέπει να έχει στη ζωή του μια ισορροπία ανάμεσα στην πνευματική και τη σωματική εργασία.).