Γράφει ο Ερμής:

Ο Ερνέστο ήταν ένα εικοσάχρονο αγόρι που αποφάσισε μια ημέρα να φύγει από τη μικρή πόλη, όπου κατοικούσε και να γνωρίσει τον κόσμο. Ξύπνησε λοιπόν ένα πρωί, μάζεψε τα πράγματά του, αποχαιρέτησε την οικογένειά του και ξεκίνησε το ταξίδι του με ελάχιστα χρήματα στην τσέπη του, αλλά με τεράστιο απόθεμα πίστης στην επίτευξη του σχεδίου του.

Επί δυο ολόκληρα χρόνια περιπλανιόταν από χωριό σε χωριό, από Πολιτεία σε Πολιτεία, από χώρα σε χώρα και σε κάθε τόπο φρόντιζε να αναζητά κάποια δουλειά, ώστε να κερδίζει τα προς το ζην, ενώ παράλληλα παρατηρούσε, τριγυρνούσε και ανακάλυπτε κάθε κρυμμένο μυστικό της ιστορίας του μέρους, όπου είχε βρεθεί.

Κάποτε δούλευε σε ένα πανδοχείο και εκεί άκουσε δυο ταξιδιώτες να μιλούν για το χωριό της Κακίας.

«Γιατί το λένε έτσι;» ρώτησε αυθόρμητα και περίεργος για την ονομασία του χωριού.

«Επειδή σε αυτό το χωριό δεν συμβαίνει τίποτα καλό και οι κάτοικοι προσπαθούν μόνο να πληγώσουν ο ένας τον άλλο», του απάντησαν οι ξένοι.

«Αυτό είναι πολύ άσχημο», σχολίασε ο Ερνέστο. «Είναι όμως δυνατόν να συμπεριφέρονται όλοι με τον ίδιο τρόπο; Δεν υπάρχει κανείς που να επιζητά την ομορφιά και την καλοσύνη;» ρώτησε ξανά τους ταξιδιώτες.

«Ακόμα και αν βρεθεί κάποιος, οι υπόλοιποι τον διώχνουν. Πίστεψέ μας. Το χωριό της Κακίας είναι το χειρότερο μέρος για να βρεθεί κάποιος», αποκρίθηκαν εκείνοι και έφυγαν.

Ο Ερνέστο έμεινε μόνος και προβληματισμένος. Τα λόγια των ξένων είχαν εξάψει την περιέργειά του και ήθελε οπωσδήποτε να δει αυτό το χωριό που προκαλούσε τον φόβο σε όλους. Δίχως να χάσει λοιπόν καιρό, παραιτήθηκε από τη θέση του, μάζεψε ξανά τα πράγματά του και έφυγε με κατεύθυνση τον μυστηριώδη και αφιλόξενο αυτόν τόπο.

Δεκαπέντε ημέρες αργότερα έφθασε επιτέλους στον προορισμό του, αλλά το θέαμα που αντίκρισε, ήταν ακριβώς αυτό που του είχαν περιγράψει οι δυο ξένοι. Επρόκειτο για ένα άθλιο, βρωμερό χωριό με σκυθρωπούς ανθρώπους.

Μάταια ο Ερνέστο προσπάθησε να βρει δουλειά ή έστω ένα δωμάτιο για να περάσει τη νύχτα. Όλοι οι κάτοικοι ήταν αγενείς, τον κοιτούσαν με δυσπιστία και του έλεγαν να φύγει. Απογοητευμένος και μην έχοντας άλλη λύση, αναζήτησε καταφύγιο στο διπλανό δάσος.

Καθώς ήταν ήδη απόγευμα, ο ήλιος έχανε σταδιακά τη δύναμή του και η υγρασία γινόταν έντονη. Πεινασμένος και κουρασμένος, ο Ερνέστο κάθισε κάτω από τον κορμό ενός δέντρου, πήρε ένα κομμάτι ψωμί από το σακούλι του και άρχισε να το μασουλάει.

«Ποιος είσαι εσύ;» άκουσε τότε μια φωνή.

Ο Ερνέστο κοίταξε γύρω του, αλλά δεν είδε κανέναν.

«Ε!!! Ψιτ!! Εδώ, στο κλαδί», είπε ξανά η φωνή και καθώς ο Ερνέστο έστρεψε το βλέμμα του, είδε έναν κοκκινολαίμη.

«Εγώ είμαι ο Ερνέστο», είπε στο πουλί. «Εσένα πώς σε λένε;»

«Εγώ είμαι ο Κοκκινούλης. Πρώτη φορά σε βλέπω. Τι ζητάς στο δάσος;» ρώτησε ο κοκκινολαίμης.

«Ω!!! Είναι μεγάλη ιστορία», αποκρίθηκε ο Ερνέστο και εξήγησε στον Κοκκινούλη πώς ξεκίνησε η περιπέτειά του.

Ο κοκκινολαίμης άκουγε προσεκτικά και όταν ο Ερνέστο ολοκλήρωσε την αφήγησή του, του είπε.

«Νομίζω ότι πρέπει να συνεχίσεις το ταξίδι σου. Οι ξένοι είχαν δίκιο. Δεν υπάρχει κανένα αξιοθέατο στο χωριό της Κακίας και δεν αξίζει ούτε καν για την εμπειρία να βρεθείς εκεί».

«Χμμ!! Αφού όμως ήρθα μέχρι εδώ, θα ήθελα τουλάχιστον να λύσω το μυστήριο και να καταλάβω από πού πηγάζει η κακία των κατοίκων. Μήπως υπάρχει κάποιο μέρος για να μείνω δυο –τρεις ημέρες;»

«Ας είναι. Αφού είσαι αποφασισμένος να ρισκάρεις, θα σε βοηθήσω», είπε ο Κοκκινούλης. «Θα σου δείξω μια σπηλιά που είναι άδεια και θα ειδοποιήσω τα υπόλοιπα πουλιά και τα ζώα του δάσους για την παρουσία σου, ώστε να μην σε πειράξουν».

Ο Ερνέστο σηκώθηκε και ακολούθησε λοιπόν τον Κοκκινούλη μέχρι τη σπηλιά, έτοιμος να ριχτεί στη μάχη μιας αναζήτησης που τον προκαλούσε να φθάσει μέχρι το τέλος, έστω και αν δεν ήξερε πού θα τον οδηγούσε.

Τρεις ημέρες αργότερα ο Ερνέστο είχε εξερευνήσει το δάσος, είχε γνωρίσει τα πουλιά και τα ζώα που κατοικούσαν σ’ αυτό και είχε ξεκουραστεί από το πολυήμερο ταξίδι του. Παρ’ όλα αυτά, καθώς δεν είχε καταφέρει ακόμα να λύσει το μυστήριο του χωριού της κακίας, αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να σταματήσει την έρευνά του και να συνεχίσει την περιπλάνησή του στον κόσμο.

Ο Κοκκινούλης, με τον οποίο είχαν γίνει φίλοι, τον συμβούλευε να μην ασχοληθεί άλλο με την υπόθεση, διότι θεωρούσε ότι οποιαδήποτε επαφή με τους ανθρώπους του χωριού ήταν επικίνδυνη.

Ωστόσο, ο Ερνέστο εξακολουθούσε να είναι περίεργος και δεν καταλάβαινε πώς ήταν δυνατόν να συμπεριφέρονται όλοι με τον ίδιο τρόπο. Δεν υπήρχε κανείς που να είχε ευγενικά αισθήματα ή να ένιωθε λίγη καλοσύνη στην ψυχή του;

Η κατάσταση δεν ήταν φυσιολογική και ο Ερνέστο αποφάσισε τελικά να αγνοήσει τη φωνή της λογικής του που συμφωνούσε με τις νουθεσίες του Κοκκινούλη και να φθάσει την αναζήτησή του μέχρι το τέλος.

Έτσι τις επόμενες εβδομάδες παρακολούθησε τους κατοίκους του χωριού και αφού κατέγραψε τα ονόματα, τα επαγγέλματα, τους συγγενείς, τους φίλους και τις συνήθειές τους, μελέτησε προσεκτικά τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει, προκειμένου να εντοπίσει κάποιο κοινό στοιχείο.

Αρχικά είναι αλήθεια ότι απογοητεύτηκε, γιατί εκτός από κάποιες επαναλαμβανόμενες συγγενικές ή φιλικές σχέσεις που ήταν άλλωστε εύλογες σ’ ένα μικρό χωριό, δεν υπήρχε τίποτα άλλο που να του κινεί το ενδιαφέρον.

Όμως, άξαφνα μια αναλαμπή…. Μια λεπτομέρεια που όταν την είχε πρωτογράψει, δεν τον εντυπωσίασε. Όλοι ανεξαιρέτως οι κάτοικοι άφηναν στα παράθυρά τους τα μεσάνυχτα ένα αναμμένο κερί και ένα κλουβί μ’ ένα καναρίνι.

Ο Ερνέστο δεν ήξερε αν επρόκειτο για κάποιο έθιμο ή τελετουργικό και αδυνατούσε να κατανοήσει τους λόγους της συγκεκριμένης ενέργειας. Ρώτησε λοιπόν τον Κοκκινούλη, αλλά ούτε εκείνος είχε κάποια ιδέα. Αντίστοιχες απαντήσεις έδωσαν και τα υπόλοιπα ζώα και πουλιά του δάσους, όταν ρωτήθηκαν.

Μπερδεμένος και αναστατωμένος, ο Ερνέστο κατέληξε ότι θα έλυνε το αίνιγμα, μόνο αν παρακολουθούσε τη σκηνή και έβλεπε τι συνέβαινε μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

«Θα πάω απόψε κιόλας», δήλωσε στον Κοκκινούλη και εκείνος προσφέρθηκε να τον συνοδεύσει.

Μισή ώρα πριν τα μεσάνυχτα οι δυο φίλοι ήταν κρυμμένοι πίσω από έναν βράχο στον λόφο που βρισκόταν απέναντι από το χωριό. Η νύχτα ήταν ήσυχη και ο ουρανός έλαμπε χάρη στο έντονο φως των αστεριών του. Το σημείο που είχαν επιλέξει, επέτρεπε στον Κοκκινούλη και τον Ερνέστο να ελέγχουν περιμετρικά όλα τα σπίτια, αλλά ο τελευταίος κοιτούσε διαρκώς το ρολόι του, όντας ανήσυχος για την εξέλιξη.

Δώδεκα η ώρα ακριβώς τα παράθυρα άνοιξαν και οι κάτοικοι άφησαν στα περβάζια τους ένα αναμμένο κερί και ένα κλουβί μ’ ένα καναρίνι. Έπειτα απομακρύνθηκαν από τα παράθυρα και τότε ο Κοκκινούλης και ο Ερνέστο είδαν κάτι που θα προτιμούσαν να μην είχαν δει ποτέ.

Μια απόκοσμη σιωπή απλώθηκε άξαφνα παντού, λες και κάποιος είχε αφαιρέσει από όλους τη δύναμη της φωνής τους. Οι κάτοικοι του χωριού εξακολουθούσαν να είναι κρυμμένοι στα σπίτια τους και εκτός από τον Ερνέστο, τον Κοκκινούλη και τα καναρίνια, κανείς άλλος δεν ήταν έξω.

Πέντε λεπτά ακριβώς μετά τα μεσάνυχτα, μια γυναικεία μορφή με ακαθόριστα χαρακτηριστικά εμφανίστηκε στην κορυφή του λόφου και μια δυνατή ριπή του αγέρα έσβησε μεμιάς όλα τα κεριά και κάλυψε μ’ ένα μαύρο πέπλο τα αστέρια, απλώνοντας ολόγυρα το σκοτάδι.

Η γυναίκα έβγαλε μια δυνατή κραυγή, σήκωσε ψηλά το χέρι της στο οποίο κρατούσε μια μπρούτζινη ράβδο μ’ έναν κατακόκκινο κρύσταλλο και την έστρεψε προς το φεγγάρι.

Τότε, το μαύρο πέπλο που μέχρι εκείνη τη στιγμή κάλυπτε τον ουρανό, άρχισε να καίγεται και καθώς έλιωνε και έπεφτε στο κενό, έντονες φλόγες τυλίχτηκαν γύρω από το φεγγάρι δημιουργώντας ένα στεφάνι με μεγάλες ακτίνες που μετατράπηκαν σε πλοκάμια χταποδιού.

Το θέαμα ήταν αποκρουστικό και σύντομα έγινε τρομακτικό, αφού τα πλοκάμια έριξαν ένα δίχτυ πάνω στα αστέρια, τα εγκλώβισαν μέσα σ’ αυτό και έπειτα έσφιξαν τα σκοινιά και τα αστέρια βρέθηκαν τόσο κοντά το ένα στο άλλο που έμοιαζαν με μια φωτεινή μπάλα στο κέντρο του ουρανού.

Με γρήγορες κινήσεις, η γυναίκα έβγαλε τότε από την τσέπη της μερικά φύλλα καπνού, τα απίθωσε στην παλάμη της και φύσηξε δυνατά.

Τα φύλλα διασκορπίστηκαν, στροβιλίστηκαν και στη συνέχεια ενώθηκαν και σχημάτισαν μια κατάμαυρη κίσσα που πέταξε αρχικά κοντά στη μπάλα φωτός και ακούμπησε σ’ αυτήν τα φτερά της για να στραφταλίσουν από τη λάμψη των αστεριών και ύστερα πέταξε κρώζοντας πάνω από τα σπίτια του χωριού.

Τα κεριά άναψαν ξανά, αλλά οι φλόγες τους είχαν τώρα ένα περίεργο κοκκινόμαυρο χρώμα και τρεμόπαιζαν σαν χείλη που ανοιγόκλειναν ψιθυρίζοντας δυσνόητες φράσεις στα καναρίνια.

Η γυναίκα άφησε τη ράβδο στο χώμα, το δίχτυ άνοιξε και ελευθέρωσε τα αστέρια που ξαναπήραν τη θέση τους στον ουρανό, ενώ οι φλόγες των κεριών έσβησαν και η κίσσα κάθισε επάνω στην παλάμη της γυναίκας, τράβηξε ένα από τα φτερά της και διαλύθηκε πάλι σε φύλλα καπνού.

Όσον αφορά τα καναρίνια, εκείνα άνοιξαν με τη μυτούλες τους τις πόρτες των κλουβιών και κελάηδησαν μια μελωδία που τράβηξε σαν υπνωτισμένους τους κατοίκους κοντά στα παράθυρα.

Ο Ερνέστο δεν καταλάβαινε τη γλώσσα των πουλιών, ο Κοκκινούλης όμως του εξήγησε ότι επρόκειτο για ένα κήρυγμα μίσους προς όλους.

«Αυτή η γυναίκα είναι λοιπόν η πηγή της κακίας», συμπέρανε ο Ερνέστο, συγκλονισμένος ακόμα από όσα είχε δει.

«Ποια είναι όμως και πώς θα καταφέρουμε να την αντιμετωπίσουμε;»

Τις υπόλοιπες ώρες μέχρι να ξημερώσει, ο Ερνέστο και ο Κοκκινούλης προσπάθησαν μάταια να βρουν κάποιον τρόπο για να εντοπίσουν αρχικά την ταυτότητα της άγνωστης γυναίκας και στη συνέχεια την κατάλληλη τακτική αντιμετώπισής της.

Στο τέλος και αφού δεν είχαν καταλήξει σε λύση, ο Κοκκινούλης πρότεινε να ζητήσουν τη συμβουλή της κουκουβάγιας.

«Εκείνη γνωρίζει όλα τα πλάσματα του δάσους και δεν της διαφεύγει τίποτα απ’ ό,τι συμβαίνει. Εξάλλου, ζει τόσα χρόνια εδώ που είναι αδύνατον να μην έχει δει ή ακούσει κάτι σχετικό με αυτήν τη γυναίκα».

Δίχως να χάσουν λοιπόν ούτε ένα λεπτό, σηκώθηκαν και πήγαν στη φωλιά της.

Εκείνη τους άκουσε προσεκτικά και όταν ολοκλήρωσαν την αφήγησή τους με τα γεγονότα της νύχτας, τους είπε.

«Αυτό το τελετουργικό επαναλαμβάνεται εδώ και είκοσι χρόνια και πίσω του κρύβεται μια ιστορία πόνου και δυστυχίας.

Η γυναίκα που είδατε, ονομάζεται Εσπεράντσα και μεγάλωσε σ’ αυτό το χωριό. Τα παιδικά της χρόνια δεν ήταν μήτε όμορφα, μήτε ανέμελα, αφού οι γονείς της ήταν δυο άνθρωποι που αντιμετώπιζαν την οικογένειά τους σαν μια βασανιστική υποχρέωση και δεν υπήρχε μέσα τους κανένα ίχνος αγάπης για τα παιδιά τους.

Οι τσακωμοί ήταν μόνιμοι ανάμεσά τους και συχνά ξεσπούσαν τα νεύρα τους στην Εσπεράντσα και τα εννέα αδέλφια της.

Στο πέρασμα των χρόνων κάποια από τα παιδιά αρρώστησαν και πέθαναν και άλλα έφυγαν για να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη σε άλλους τόπους. Στο χωριό έμειναν μόνο η Εσπεράντσα και μια αδελφή της που παντρεύτηκε και ακολούθησε για την ανατροφή των παιδιών της τη βασανιστική μέθοδο που γνώρισε από τους γονείς της.

Η Εσπεράντσα ξεχώριζε πάντα από την οικογένειά της. Ήταν ένα καλό κοριτσάκι που συμπεριφερόταν μ’ ευγένεια, ακόμα και σ’ εκείνους που το κορόιδευαν και το απόδιωχναν εξαιτίας της κακής φήμης των γονιών του.

Μοναδικό καταφύγιό της ήταν ανέκαθεν το δάσος. Εδώ ξέφευγε από τα προβλήματά της και έβρισκε ζεστασιά στη συναναστροφή της με τα ζώα και τα πουλιά που μπορούσαν να διακρίνουν την καλοσυνάτη ψυχή της.

Όταν έγινε είκοσι χρονών, οι γονείς της αλληλοσκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια ενός τελευταίου μεγάλου καβγά και η Εσπεράντσα έμεινε μόνη. Τότε, ελεύθερη, αν και λίγο φοβισμένη, προσπάθησε να βρει δουλειά και να φτιάξει τη ζωή της. Δυστυχώς όμως το χωριό δεν της το επέτρεψε. Από όλους ήταν δακτυλοδεικτούμενη και κανείς δεν την πλησίαζε.

Έχοντας εξαντλήσει λοιπόν τα αποθέματα υπομονής, πίστης και επιμονής, η Εσπεράντσα ήρθε στο δάσος αποφασισμένη να τερματίσει το μαρτύριό της, πέφτοντας στον γκρεμό. Την τελευταία στιγμή όμως την έσωσε μια μάγισσα που είχε το καλύβι της στο ξέφωτο, πλάι στον καταρράκτη. Την πήρε κοντά της, της δίδαξε τη μαγική της τέχνη και τα ξόρκια της και της έμαθε να ανταποδίδει ισότιμα τις προσφορές των άλλων.

Δέκα χρόνια αργότερα, η μάγισσα πέθανε και η Εσπεράντσα είχε επιτέλους όλα τα όπλα που χρειαζόταν για να εκδικηθεί το χωριό.

«Δεν θα ξανανιώσουν ποτέ χαρά ή ευτυχία και η ζωή τους θα είναι πλημμυρισμένη από κακία, φθόνο και μίσος. Όλοι εναντίον όλων. Κανείς δεν θα τους πλησιάζει και η κακή τους φήμη θα φτάσει στα πέρατα του κόσμου, ώστε να τους αποδιώχνουν, όπως ακριβώς εκείνοι έδιωξαν κάποτε εμένα», ορκίστηκε στον εαυτό της και έτσι χρησιμοποίησε τη μαγεία της για να εξαφανίσει όλα τα θετικά συναισθήματα.

Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε που έδωσε τον όρκο της και στο χωριό βασιλεύουν πλέον ο πόνος, ο τρόμος, η κακία, η θλίψη και η δυστυχία».

Ο Ερνέστο ήταν πολύ προβληματισμένος από όσα τους είπε η κουκουβάγια. Η κακία που είχε απλωθεί σε κάθε σπιθαμή του χωριού ήταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των κατοίκων.

Όφειλε τελικά να αναμιχθεί ο ίδιος σ’ αυτήν την ιστορία ή μήπως έπρεπε να φύγει και να συνεχίσει την περιπλάνησή του;

Όποια όμως και αν ήταν η απόφασή του, ήθελε να γνωρίσει οπωσδήποτε την Εσπεράντσα και να δει από κοντά το καλοκάγαθο κορίτσι που μετατράπηκε σε μια σκληρή και αδηφάγα γυναίκα.

«Θα πάμε στο σπίτι της αύριο», δήλωσε στον Κοκκινούλη, αλλά εκείνος αρνήθηκε να τον συνοδεύσει.

«Α πα πα πα!! Ούτε να το σκέπτεσαι», του είπε. «Δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να την πλησιάσω. Και θα εμποδίσω και εσένα, γιατί είναι πολύ επικίνδυνο».

Ο Ερνέστο όμως ήταν αμετάπειστος και πίεσε τόσο τον Κοκκινούλη που ο τελευταίος αναγκάστηκε να υποχωρήσει και ξεπερνώντας τον φόβο του, το επόμενο πρωινό βρέθηκε μαζί με τον φίλο του έξω από την κατοικία της Εσπεράντσας.

Το σπίτι της ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό που είχε φανταστεί ο Ερνέστο. Περίμενε μια βρώμικη και ετοιμόρροπη παράγκα και αντ’ αυτού αντίκρισε ένα μικρό όμορφο σπιτάκι που είχε έναν περιποιημένο κήπο με πολύχρωμα λουλούδια.

Η Εσπεράντσα γέμιζε με σπόρους τις ταΐστρες των πουλιών και δεν θύμιζε σε τίποτα τη γυναίκα που είχαν δει τη νύχτα. Φορούσε ένα φλοράλ φόρεμα, τα μαλλιά της ήταν στερεωμένα ψηλά σ’ ένα κομψό σινιόν και το πρόσωπό της ήταν ήρεμο και με συμπαθητικά χαρακτηριστικά. Γύρω της ήταν συγκεντρωμένα μερικά σκιουράκια που μασουλούσαν τους καρπούς που είχε βάλει στα κουβαδάκια τους, ενώ τα πουλάκια κελαηδούσαν, ακολουθώντας τον ρυθμό της μελωδίας που σιγοτραγουδούσε εκείνη.

«Είσαι σίγουρος ότι είναι αυτή;» ρώτησε ο Ερνέστο τον Κοκκινούλη και ο τελευταίος – απορημένος και ο ίδιος με την εικόνα που αντίκριζε – πέταξε γρήγορα στη φωλιά της κουκουβάγιας που επιβεβαίωσε ότι η Εσπεράντσα κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν είχε καμιά σχέση με τη νυχτερινή μορφή της.

Ο Ερνέστο προβληματίστηκε ακόμα περισσότερο με τα λόγια της κουκουβάγιας που του μετέφερε ο Κοκκινούλης και έτσι, αντί να την πλησιάσει, όπως σκόπευε αρχικά, παρέμεινε κρυμμένος μαζί με τον φίλο του και την παρατηρούσε αδυνατώντας να αποφασίσει ποια ήταν τελικά η καλύτερη κίνηση που θα επανέφερε την ισορροπία.

Μετά την παρακολούθηση της Εσπεράντσας, ο Ερνέστο αποφάσισε να πάει μια βόλτα στο δάσος. Περπάτησε για αρκετή ώρα και όταν βρέθηκε κοντά στο ποτάμι, κάθισε στην όχθη του για να ξεκουραστεί.

Σκεφτικός, πέταξε μια πέτρα μέσα στο νερό και καθώς διέλυε το είδωλό του που καθρεφτιζόταν σ’ αυτό, άκουσε μια φωνή να του λέει:

«Συχνά η λύση ενός προβλήματος είναι απλώς η επισήμανσή του».

Ο Ερνέστο κοίταξε γύρω του και είδε έναν βάτραχο.

«Ποιος είσαι εσύ;» τον ρώτησε.

«Δεν έχει σημασία το όνομά μου», αποκρίθηκε εκείνος. «Είμαι απλώς ένας από τους κατοίκους του δάσους και καθώς έχω αρκετούς φίλους, έμαθα για το πρόβλημά σου. Αν θέλεις να βοηθήσεις το χωριό και την Εσπεράντσα, τότε πρέπει να τους υπενθυμίσεις τις πράξεις που τους οδήγησαν εδώ».

«Με ποιον τρόπο; Οι κάτοικοι είναι απρόθυμοι για συζήτηση και η Εσπεράντσα – ενώ την ημέρα μοιάζει τόσο καλοσυνάτη – διαθέτει μια νυχτερινή πλευρά που με τρομοκρατεί».

«Θα τους μιλήσεις τη νύχτα, όταν θα κοιμούνται. Ή μάλλον για να είμαι σαφής, δεν θα τους μιλήσεις εσύ, αλλά οι απεσταλμένοι σου».

«Δηλαδή;» ξαναρώτησε απορημένος ο Ερνέστο και ο βάτραχος του εξήγησε τι έπρεπε να κάνει.

Όταν του ανέλυσε όλες τις λεπτομέρειες, ο Ερνέστο δέχτηκε αναντίρρητα να ακολουθήσει κατά γράμμα τις οδηγίες του πρόσφατου συμμάχου του και αφού τον ευχαρίστησε για τη βοήθειά του, επέστρεψε γρήγορα στη σπηλιά του, όπου βρήκε τον Κοκκινούλη και του αφηγήθηκε όσα είχαν συμβεί.

Στις 2:00 π. μ. λοιπόν και ενώ η Εσπεράντσα είχε τελειώσει το συνηθισμένο τελετουργικό της και όλοι κοιμούνταν, ο Ερνέστο και ο Κοκκινούλης έθεσαν σ’ εφαρμογή το σχέδιο του βατράχου.

Ανέβηκαν στον βράχο απέναντι από το χωριό και ο Ερνέστο τραγούδησε μια μελωδία που του είχε διδάξει ο βάτραχος. Με το άκουσμά της, χιλιάδες πυγολαμπίδες εμφανίστηκαν στον ουρανό και αφού ενώθηκαν αρχικά σε σχηματισμούς που αναπαριστούσαν τις μουσικές νότες, στη συνέχεια χωρίστηκαν και τρύπωσαν μέσα από τις καμινάδες, τα μισάνοιχτα παράθυρα και τις χαραμάδες στα σπίτια των κατοίκων του χωριού. Πλησίασαν τα κρεβάτιά τους, φώτισαν τα όνειρά τους και τους οδήγησαν στο πρόσφατο ή μακρινό παρελθόν που αναβίωσε εικόνες των μιαρών πράξεών τους.

Εικόνες για τις οποίες ένιωσαν άσχημα ή ντράπηκαν. Εικόνες που τους πόνεσαν και έγιναν οι λόγχες που τρύπησαν το σκληρό πυώδες περίβλημα της καρδιάς τους, επιτρέποντας στο δηλητήριο της κακίας να χυθεί στο σώμα τους.

Το τελευταίο όμως δεν το δέχτηκε και αντιδρώντας στον ανεπιθύμητο εισβολέα, αναλύθηκε σε καυτά δάκρυα που απέβαλλαν το δηλητήριο, λύτρωσαν τους ανθρώπους και συγχώρεσαν τις ενοχές τους.

Καθώς η διαδικασία προχωρούσε, κανείς δεν είχε ξυπνήσει και όλοι είχαν την αίσθηση ότι βίωναν απλώς την κατάσταση ενός ονείρου.

Ο Ερνέστο δεν σταμάτησε ούτε μια στιγμή να τραγουδά και οι μελωδικές νότες ταξίδευαν με τον αγέρα, ώσπου η Σελήνη καλωσόρισε την αυγή και οι πυγολαμπίδες – υπερήφανες για το έργο τους – έσβησαν το φως τους.

Το καλό είχε νικήσει ξανά το κακό και το πρώτο μέρος του σχεδίου είχε ολοκληρωθεί με επιτυχία. Τώρα απέμενε όμως η δεύτερη και δυσκολότερη μάχη. Η Εσπεράντσα.

Στην περίπτωση της όμως δεν μπορούσαν να βασιστούν στη μαγεία, αφού μια μάγισσα έχει τη δύναμη να αντιστέκεται σ’ αυτήν. Εξάλλου, εκείνη δεν είχε κάνει τίποτα άλλο από το να αντιδράσει σε ό,τι την πλήγωσε.

Ο Ερνέστο και ο Κοκκινούλης λοιπόν πήγαν στο σπίτι της και αυτήν τη φορά, αντί να σταθούν παράμερα, χτύπησαν την πόρτα.

Η Εσπεράντσα τους άνοιξε και καθώς το πρόσωπό της λουζόταν στο φως του φεγγαριού, έμοιαζε πανέμορφη. Ο Ερνέστο συστήθηκε και έπειτα της είπε:

«Θέλω να σου διηγηθώ μια ιστορία. Μια ιστορία που μοιάζει μ’ ένα άσχημο και τρομακτικό παραμύθι, αλλά που ελπίζω ότι θα έχει αίσιο τέλος».

Η Εσπεράντσα αφού τον κοίταξε προσεκτικά και διστακτικά, δέχτηκε να τον ακούσει και έτσι ο Ερνέστο με τον Κοκκινούλη προχώρησαν στο εσωτερικό του σπιτιού που ήταν περιποιημένο και ανέδιδε μια γλυκιά θαλπωρή.

Κάθισαν κοντά στο αναμμένο τζάκι και ο Ερνέστο αφηγήθηκε στην Εσπεράντσα όλα όσα είχαν συμβεί από τη στιγμή που έμαθε για την ύπαρξη του Χωριού της Κακίας.

Δίχως να κρύψει απολύτως τίποτα, της αποκάλυψε ακόμα και τη δράση των πυγολαμπίδων και όταν ολοκλήρωσε, της είπε:

«Τώρα είναι η δική σου σειρά να αλλάξεις. Ξέρω πως η κακία σε πληγώνει. Πόνεσες και ανταπέδωσες. Φθάνει όμως έως εδώ. Σβήσε το παρελθόν και δώσε μια ευκαιρία στο μέλλον».

Η Εσπεράντσα τον κοίταξε, αλλά δεν αποκρίθηκε. Σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα και αμίλητη τους έκανε νόημα να φύγουν.

Απογοητευμένοι, ο Ερνέστο και ο Κοκκινούλης υπάκουσαν και επέστρεψαν στη σπηλιά, όπου περίμεναν να ξημερώσει.

«Ήταν άραγε όλα μάταια;» ρώτησε το πρωί ο Ερνέστο τον βάτραχο, αλλά ο τελευταίος τον συμβούλευσε να είναι υπομονετικός και να πιστεύει σε αυτό που μοιάζει αδύνατο να συμβεί.

Όντως, όταν αργότερα ο Ερνέστο πήγε στο χωριό, όλα είχαν αλλάξει. Οι κάτοικοι είχαν καθαρίσει τους δρόμους, τα σπίτια και τα μαγαζιά τους, είχαν φυτέψει λουλούδια, ήταν φιλικοί, γλυκομίλητοι, γελούσαν και τραγουδούσαν.

Τίποτα δεν θύμιζε πλέον το Χωριό της Κακίας.

Τι συνέβαινε όμως με την Εσπεράντσα; Τι θα έκανε εκείνη; Αν τα μεσάνυχτα επαναλάμβανε το τελετουργικό της, τότε όλα θα επέστρεφαν στο μηδέν.

«Κανένας δεν αλλάζει, αν δεν το επιθυμεί ο ίδιος», του είχε επισημάνει ο βάτραχος και ο Ερνέστο ήξερε πως ήταν αλήθεια.

Ήλπιζε όμως και ευχόταν με όλες του τις δυνάμεις να τέλειωνε το κακό.

Όταν νύχτωσε, πήγε μαζί με τον Κοκκινούλη στον λόφο και περίμενε να δει τι θα συμβεί. Μήτε οι κάτοικοι όμως έβαλαν τα κλουβιά στα παράθυρα, μήτε η Εσπεράντσα εμφανίστηκε. Δεν συνέβη απολύτως τίποτα, ούτε εκείνη τη νύχτα, ούτε καμιά από τις υπόλοιπες που ακολούθησαν.

Ο Κοκκινούλης ήταν πολύ χαρούμενος, αλλά ο Ερνέστο παρέμενε επιφυλακτικός και αναρωτιόταν αν η Εσπεράντσα προετοίμαζε απλώς την αντεπίθεσή της.

Ώσπου μια εβδομάδα αργότερα, η Εσπεράντσα εμφανίστηκε στο χωριό και αποδείχθηκε ότι οι φόβοι του Ερνέστο ήταν αβάσιμοι.

Χάρη στα χρόνια που είχαν περάσει και στη διαγραφή των άσχημων γεγονότων από τη μνήμη των κατοίκων, κανείς δεν την αναγνώρισε. Για όλους ήταν μια όμορφη γυναίκα που κατοικούσε στο δάσος. Την καλοδέχτηκαν, την αγκάλιασαν, της φέρθηκαν ευγενικά, της άνοιξαν τα σπίτια τους και η καλοσύνη τους ίασε επιτέλους τις πληγές της.

Ο νους και η καρδιά της συγχώρεσαν τους κατοίκους και αφού συμφιλιώθηκε νοερά μαζί τους, έπαψε να είναι η μάγισσα του δάσους και μεταμορφώθηκε στη θεραπεύτρια που είχε το κατάλληλο βότανο ή γιατρικό για κάθε σωματική ή ψυχική ασθένεια.

Ο Ερνέστο είχε επιτύχει τον σκοπό του και το Χωριό της Κακίας έχασε τη φήμη του ως ένας άθλιος και δυστυχής τόπος και κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτό, ούτε και το θυμόταν.

Στη θέση του υπήρχε πλέον το Χωριό της Φιλίας, της Καλοσύνης και της Αγάπης όπου κάθε άνθρωπος μπορούσε να βρει την Ηρεμία και την Ευτυχία.

Το προσωπικό παραμύθι του Ερνέστο είχε το αίσιο τέλος που ευχόταν και ύστερα από πολλά χρόνια περιπλάνησης βρήκε επιτέλους τον τόπο που έμελλε να γίνει η νέα του πατρίδα.

ΤΕΛΟΣ