Από την Ισμήνη Χαρίλα

Στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα, αναπτύχθηκε στην Ευρώπη η πνευματική κίνηση του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού που επηρέασε την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή διαφόρων χωρών της Ευρώπης. Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός ξεκίνησε στην Αγγλία από τον John Locke (1632-1704), αλλά αναπτύχθηκε στη Γαλλία από τους Jean-Jacques Rousseau (1712-1778), Denis Diderot (1713-1784) και Vοltaire (François Marie-Arouet, 1694-1778).

Οι Ευρωπαίοι Διαφωτιστές πίστευαν στην πρόοδο της κοινωνίας και επιθυμούσαν την απαλλαγή της ανθρώπινης σκέψης από τις ισχύουσες προλήψεις υποστηρίζοντας ότι η επιστημονική γνώση όφειλε να κατευθύνει τους συλλογισμούς των ατόμων. Οι οπαδοί του κινήματος επιθυμούσαν τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των λαών, προάσπιζαν τις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας και αποδοκίμαζαν οποιαδήποτε μορφή βίας και εκμετάλλευσης των αδυνάτων από τους ανωτέρους. Παράλληλα θεωρούσαν ότι η παιδεία, προσφέροντας γνώσεις, οξύνοντας το κριτικό πνεύμα και διδάσκοντας στον λαό την ιστορία του, θα του προσέφερε τα απαιτούμενα εφόδια, ώστε να αποκτήσει ένα καλύτερο μέλλον. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι την εποχή αυτή η πρόσβαση στην παιδεία ήταν προνόμιο μόνο των ατόμων με ευγενική καταγωγή και οικονομική άνεση. Το μεγαλύτερο μέρος των λαϊκών τάξεων παρέμενε αγράμματο, υποχείριο στους ανωτέρους του και υποχρεωμένο να ανέχεται την τυραννική ηγεμονία τους.

Οι Διαφωτιστές λοιπόν εξέφρασαν τη βαθύτερη επιθυμία των λαών για μια καλύτερη, ισότιμη και ανθρώπινη κοινωνία και διεκδίκησαν τη συστηματική παροχή βασικών γνώσεων σε όλα τα παιδιά. Βέβαια, όντας εκπρόσωποι της αστικής τάξης, περιορίστηκαν στην παροχή στοιχειωδών γνώσεων για τον λαό, διότι θεωρούσαν ότι ο τελευταίος δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να μορφωθεί περισσότερο.

Οι Έλληνες λόγιοι που είχαν καταφύγει στη Γαλλία κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας επηρεάστηκαν από τις ιδέες των Διαφωτιστών και ενώ στο παρελθόν η παιδεία του γαλλικού κράτους όφειλε την καταγωγή της στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, οι ιδέες και τα κηρύγματα των Γάλλων Διαφωτιστών αποτέλεσαν τη βάση στην οποία στηρίχθηκαν οι Έλληνες παιδαγωγοί για να απαιτήσουν την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος.

Χάρη στη διάδοση των ιδεών του κινήματος στον ελληνικό χώρο, διαμορφώθηκε μία αντίστοιχη κίνηση, ο «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», με κύριους εκπροσώπους τον Σεβαστό Κυμινήτη τον Ιωάννη Καρυοφίλη, τον Γερμανό Λοκρό, τον Γιαννούλη Αιτωλό, τον Λάμπρο Φωτιάδη, τον Νεόφυτο Δούκα και τον Βενιαμίν τον Λέσβιο οι οποίοι, βασιζόμενοι στις ιδέες των Γάλλων Διαφωτιστών, υποστήριξαν ότι η διάδοση της παιδείας και η χρήση της δημοτικής γλώσσας θα κρατούσαν τους Έλληνες ενωμένους και θα τους οδηγούσαν στη δυναμική διεκδίκηση της ελευθερίας τους.

Στον τομέα της εκπαίδευσης οι παιδαγωγοί ζητούσαν την εφαρμογή των νέων παιδαγωγικών μεθόδων που χρησιμοποιούνταν ήδη στην Ευρώπη και παράλληλα υιοθετούσαν τις ιδέες του Rousseau, που έλεγε ότι τα παιδιά έχουν τον δικό τους κόσμο και γι’ αυτό θα έπρεπε να είναι ελεύθερα να εκφράζονται με τον δικό τους τρόπο. Οι Νεοέλληνες διαφωτιστές φρόντιζαν για τη μετάφραση ξένων βιβλίων και την κυκλοφορία τους στην υπόδουλη Ελλάδα. Απαιτούσαν τη χρήση της κοινής νεοελληνικής γλώσσας γιατί θεωρούσαν ότι θα οδηγούσε στη διάδοση της παιδείας και συνεπώς στην ελευθερία. Θερμός δε υποστηρικτής της συγκεκριμένης ιδέας ήταν ο Ρήγας Φεραίος:

«(…) όλοι χωρίς εξαίρεσιν έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα. Η πατρίς έχει να καταστήση σχολεία εις όλα τα χωρία δια τα αρσενικά και τα θηλυκά παιδιά. Εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή, με την οποίαν λάμπουν τα ελεύθερα έθνη» (Ρήγα Βελεστινλή, Τα δίκαια του ανθρώπου, 1797, άρθρο 22).

Οι προοδευτικές ιδέες των Νεοελλήνων διαφωτιστών προκάλεσαν αναστάτωση στους κύκλους των συντηρητικών που φοβόντουσαν τις ευρωπαϊκές ιδέες και παρέμεναν πιστοί στα δόγματα της ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι κύκλοι αυτοί αντιδρούσαν στη διάδοση των φυσικών επιστημών και ήθελαν τη χρήση της αρχαΐζουσας γλώσσας. Η αντίθεσή τους με τους Διαφωτιστές φάνηκε κυρίως στο τέλος του 18ου αιώνα. Τότε οι μορφωμένοι Έλληνες που ζούσαν στις παροικίες του εξωτερικού θεώρησαν ότι τα ευρωπαϊκά σχολεία υπερτερούσαν των ελληνικών, διότι τα τελευταία έδιναν προτεραιότητα στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, παρέλειπαν να διδάσκουν την ομιλούμενη γλώσσα, επέμεναν στη λόγια παράδοση του 17ου αιώνα, απέκλειαν τις φυσικές επιστήμες από τη διδασκαλία και αγνοούσαν τις νέες παιδαγωγικές μεθόδους. Επιπροσθέτως δεν υπήρχε καταρτισμένο διδακτικό προσωπικό ενώ όλα ελέγχονταν από την Εκκλησία. Λόγω λοιπόν της συγκεκριμένης κατάστασης οι Έλληνες λόγιοι πρότειναν ορισμένες μεταρρυθμίσεις που θα συντελούσαν στη διαμόρφωση σωστών βάσεων για την εκπαίδευση των υπόδουλων Ελλήνων. Οι εν λόγω προτάσεις όμως δεν αφορούσαν μόνο την εκπαίδευση, αλλά και την ελληνική γλώσσα και ήταν τόσο αντίθετες μεταξύ τους που οδήγησαν στη γνωστή «φιλολογική διαμάχη, ανάμεσα στους δυο σημαντικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, τον Αδαμάντιο Κοραή και τον Παναγιώτη Κοδρικά. Κοινή πεποίθηση όλων ήταν το γεγονός ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη διάδοση της παιδείας και των ευρωπαϊκών ιδεών στην Ελλάδα ήταν η χρήση μιας εθνικής κοινής γλώσσας, προφορικής και γραπτής. Οι λόγιοι της εποχής χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες. Από τη μια πλευρά ο Παναγιώτης Κοδρικάς και οι οπαδοί του (Ευγένιος Βούλγαρης, Λάμπρος Φωτιάδης, Στέφανος Κομμητάς, Νεόφυτος Δούκας), θεωρούσαν ως κατάλληλη γλώσσα την αρχαία ελληνική, η οποία ήταν ήδη διαμορφωμένη και θα βοηθούσε στην αναβίωση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Δεν δίσταζαν μάλιστα να υποστηρίξουν ότι η καθομιλουμένη γλώσσα της εποχής τους ήταν χυδαία, βάρβαρη και αδυνατούσε να χρησιμοποιηθεί για τη διδασκαλία της επιστήμης.

Αντίθετη άποψη από τους αρχαϊστές είχαν οι δημοτικιστές[1] (Δημήτριος Καταρτζής, Γρηγόριος Κωνσταντάς, Αθανάσιος Ψαλλίδας, Αθανάσιος Χριστόπουλος, Ιωάννης Βηλαράς, Διονύσιος Σολωμός και ο ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας»), λόγιοι που επιθυμούσαν τη χρήση της κοινής ομιλούμενης γλώσσας που την εποχή αυτή δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί. Βασικό επιχείρημα των δημοτικιστών ήταν το γεγονός ότι η καθομιλούμενη γλώσσα θα συντελούσε στον εξελληνισμό των Αρβανιτών και Βλάχων που αποτελούσαν μέρος του πληθυσμού, αφού θα μπορούσαν να μάθουν πολύ πιο εύκολα τη δημοτική από ότι την αρχαία ελληνική.

Ανάμεσα στους αρχαϊστές και τους δημοτικιστές βρισκόταν ο Αδαμάντιος Κοραής, υποστηρικτής της «μέσης οδού» και κύριος εισηγητής της καθαρεύουσας. Ήταν υποστηρικτής της κοινής γλώσσας,που θεωρούσε ότι ήταν η μητρική γλώσσα των Ελλήνων. Επιζητούσε όμως ορισμένες αλλαγές, μετατρέποντας τις λέξεις και προσθέτοντας στην αρχή ή στο τέλος, ένα ή δύο γράμματα (π.χ. ψάρι-ψάριον, μάτι-ομμάτιον κ.λ.π.). Αν και οι απόψεις του Κοραή επικρίθηκαν και από τους αρχαϊστές[2] και από τους δημοτικιστές και παρά το γεγονός ότι δεν είχαν καμιά επιστημονική βάση, έγιναν αποδεκτές από την αστική τάξη που προτιμούσε τη συμβιβαστική οδό. Οπαδοί του Κοραή ήταν οι Άνθιμος Γαζής, Κωνσταντίνος Κούμας, Νεόφυτος Βάμβας, Θεόκλητος Φαρμακίδης, Βενιαμίν ο Λέσβιος και άλλοι.

Όταν ξεκίνησε η ελληνική επανάσταση του 1821, όλοι οι Έλληνες ενδιαφέρθηκαν για την απελευθέρωση της πατρίδας τους και η γλωσσική διαμάχη σταμάτησε. Βέβαια όλοι παρέμεναν πιστοί στις απόψεις τους και χρησιμοποιούσαν την καθαρεύουσα, την αρχαΐζουσα ή τη δημοτική γλώσσα. Ευνόητο λοιπόν είναι ότι ο απλός λαός, αγράμματος στο μεγαλύτερο μέρος, αδυνατούσε να κατανοήσει τη γλώσσα των λογίων. Πάντως μετά το τέλος της επανάστασης η Πολιτεία επέλεξε ως επίσημη γλώσσα την καθαρεύουσα, η οποία χαρακτήρισε ολόκληρο τον 19ο αιώνα, αλλά δεν βοήθησε καθόλου την παιδεία, αφού είχε ως αποτέλεσμα να εμφανιστεί το φαινόμενο της διγλωσσίας. Και αυτό συνέβη διότι τα παιδιά διδάσκονταν στο σχολείο την καθαρεύουσα, αλλά στο σπίτι χρησιμοποιούσαν τη δημοτική. Το μοναδικό θετικό στοιχείο της καθαρεύουσας ήταν ότι συνέβαλλε στην κάθαρση της ελληνικής γλώσσας από ξένες λέξεις, κυρίως τουρκικές.

Όσον αφορά τώρα τις προτάσεις των Διαφωτιστών για την εκπαίδευση δεν υπήρξε διαφωνία μεταξύ τους. Επειδή οι Έλληνες ήταν ακόμη υπόδουλοι και οι Οθωμανοί κατακτητές αδιαφορούσαν για αυτούς, οι Διαφωτιστές υπέβαλλαν τις προτάσεις τους στην Εκκλησία που είχε τη δυνατότητα να μεριμνήσει για την παιδεία των Ελλήνων, αλλά και στους πλούσιους αστούς οι οποίοι, όντας πεπεισμένοι ότι η παιδεία θα οδηγούσε στην απελευθέρωση, είχαν ενδιαφερθεί για τα εκπαιδευτικά ζητήματα. Προτάσεις εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης για τα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης διετύπωσαν οι:

α) Αδαμάντιος Κοραής ο οποίος, όπως τριάντα χρόνια νωρίτερα ο Ιώσηππος Μοισιόδακας, πρότεινε στους «Αυτοσχέδιους Σχεδιασμούς» στα προλεγόμενα των τόμων της «Ελληνικής Βιβλιοθήκης» (που άρχισε να εκδίδει το 1805) την αλλαγή των μεθόδων διδασκαλίας, τη μείωση του χρόνου διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής, τη διδασκαλία στην κοινή νεοελληνική και την εκπαίδευση των δασκάλων σε Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια.

β) Δημήτριος Δάρβαρης: οι προτάσεις του δημοσιεύθηκαν στον «Λόγιο Ερμή» το 1811. Επηρεασμένος από τον Pestalozzi, πρότεινε την εισαγωγή μιας κοινής μεθόδου διδασκαλίας, τη συγγραφή νέων διδακτικών εγχειριδίων, την παροχή ειδικών οδηγιών για τους δασκάλους και την ίδρυση «τροφείων» (Παιδαγωγικές Ακαδημίες που θα παρείχαν και τη δυνατότητα πρακτικής άσκησης στους μελλοντικούς δασκάλους) για την προετοιμασία όλων των δασκάλων.

γ) Αθανάσιος Σταγειρίτης και Αριστείδης Παππάς: οι προτάσεις τους δημοσιεύθηκαν σε ένα φυλλάδιο με τίτλο: «Προκήρυξις», που εκδόθηκε στη Βιέννη το 1817. Διετύπωσαν προτάσεις που αφορούσαν τα σχολεία στοιχειώδους και μέσης βαθμίδας. Ως πρότυπο είχαν το «κανονικό σχολείο της Βιέννης» και πρότειναν τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και ιστορίας, τη διδασκαλία θετικών επιστημών ακόμη και στα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και τέλος την ενδυνάμωση της θρησκευτικής πίστης των μαθητών.

δ) Χριστόφορος Φιλητάς: επηρεασμένος από τον Κοραή, πρότεινε για τη στοιχειώδη εκπαίδευση τη διδασκαλία ανάγνωσης και γραφής της κοινής νεοελληνικής. Τέλος τόνιζε τον ρόλο της οικογένειας στη διατήρηση της εθνικής γλώσσας και της ορθόδοξης θρησκείας, ιδιαίτερα στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού.

ε) Κωνσταντίνος Κούμας: οι προτάσεις του διατυπώθηκαν στο άρθρο του με τίτλο: «Παιδαγωγία. Περί Παιδείας και σχολείων» στον «Λόγιο Ερμή» το 1819. Επηρεασμένος από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, ζητούσε παιδεία για όλες τις κοινωνικές τάξεις. Βασιζόμενος στο γερμανικό σύστημα, πρότεινε τρεις βαθμίδες εκπαίδευσης. Η πρώτη (στοιχειώδης) περιελάμβανε τα «διδασκαλεία». Στα σχολεία αυτά, τα «κοινά», θα διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή στη μητρική γλώσσα, αριθμητική, γεωγραφία, φυσική ιστορία, στοιχεία γεωμετρίας και αρχιτεκτονικής, πειραματική φυσική, εθνική και παγκόσμια ιστορία, ιερά κατήχηση και ηθική. Γνωρίζοντας πως οι προτάσεις του δεν ήταν εφαρμόσιμες για τους υπόδουλους Έλληνες πρότεινε να καθιερωθεί στον ελληνικό χώρο ένα ενιαίο σύστημα εκπαίδευσης που θα είχε τρεις κύκλους σπουδών, διάρκειας έντεκα ετών. Στον πρώτο κύκλο (στοιχειώδης εκπαίδευση) οι σπουδές θα διαρκούσαν τρία χρόνια και θα διδάσκονταν ανάγνωση, γραμματική της καθομιλουμένης, καλλιγραφία, αριθμητική, ιερά κατήχηση, επιστολογραφία, γεωγραφία, ιχνογραφία, στοιχεία γεωμετρίας.

στ) Κωνσταντίνος Πολυχρονιάδης: οι προτάσεις του διατυπώθηκαν στο άρθρο του με τίτλο: «Διατριβή. C. Z.» που εστάλη από το Παρίσι την 1η Μαρτίου 1820 στον «Λόγιο Ερμή». Οπαδός του Κοραή, πρότεινε την αναδιοργάνωση των σχολείων με βάση τις μεθόδους γνωστών Ευρωπαίων παιδαγωγών Condilliac, Pestalozzi, Fellenberg, Lancaster. Η φοίτηση στα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (κοινά σχολεία) θα διαρκούσε τρία χρόνια και θα διδάσκονταν ανάγνωση, γραφή, γραμματική της καθομιλουμένης, παραμύθια, απλοί μύθοι, φυσική ιστορία, γεωγραφία, ιστορία, ιχνογραφία. Όλα τα μαθήματα θα διδάσκονταν στην κοινή ελληνική και σε αυτή θα συντάσσονταν τα διδακτικά εγχειρίδια. Μάλιστα πρότεινε και εκπαιδευτικούς περιπάτους. Αποδοκίμασε τη χρήση βίας στα σχολεία και πρότεινε την ίδρυση «Παιδαγωγικών Εταιρειών» που θα ήταν υπεύθυνες για τον έλεγχο των σχολείων, τη μελέτη νέων παιδαγωγικών μεθόδων και την προετοιμασία σωστών παιδαγωγών χάρη στην αποστολή νέων για σπουδές στη Δυτική Ευρώπη.

Δυστυχώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι συντηρητικοί κύκλοι, προσκολλημένοι στο παρελθόν και στη λόγια παράδοση, αντέδρασαν στις προοδευτικές εκπαιδευτικές προτάσεις των Διαφωτιστών. Αυτό είχε ως συνέπεια μια νέα διαφωνία ανάμεσα στους προοδευτικούς και τους συντηρητικούς που διήρκεσε, όπως και η γλωσσική διαμάχη, μέχρι την κήρυξη της ελληνικής επανάστασης. Ο Αθανάσιος Πάριος (διευθυντής τότε στο Σχολαρχείο της Χίου), ύστερα από εντολή του Πατριαρχείου, συνέταξε το έργο του «Αντιφώνησις προς τον παράλογον ζήλον των από της Ευρώπης ερχομένων φιλοσόφων δεικνύουσα ότι μάταιος και ανόητος είναι ο ταλανισμός όπου κάνουσι του γένους μας και διδάσκουσα ποία είναι η όντως και αληθινή φιλοσοφία. Τούτοις προσετέθη και παραίνεσις οφελιμοτάτη προς τους αδεώς πέμποντας τους υιούς των εις την Ευρώπην χάριν πραγματεία αμφότερα σχεδιασθέντα και συντεχθέντα παρά Ναθαναήλ Νεοκαισαρέως των εν αγίω όρει ησυχάζοντος». Το έργο του εκδόθηκε στη Τεργέστη το 1802 και πολεμούσε τις ευρωπαϊκές ιδέες και την εισαγωγή νέων μεθόδων στα σχολεία του υπόδουλου ελληνισμού. Επίσης ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, το Μάρτιο του 1819, εξέδωσε υπό τη μορφή συνοδικού γράμματος, μία εγκύκλιο «Περί της σημερινής κατάστασης των κοινών του Γένους μας Ελληνομουσείων» που τυπώθηκε από το Πατριαρχικό τυπογραφείο και αναδημοσιεύτηκε στη Βιέννη το 1819 στο περιοδικό «Καλλιόπη» και στο Παρίσι το 1820 στο περιοδικό «Μέλισσα». Ο Πατριάρχης ήταν ενάντιος σε οποιαδήποτε αλλαγή στην παιδεία και ζητούσε την πίστη στην παράδοση του 18ου αιώνα. Η εγκύκλιος γράφτηκε γιατί το 1819 πολλά σχολεία λειτουργούσαν με βάση τις νέες μεθόδους και διδάσκονταν η κοινή νεοελληνική και οι θετικές επιστήμες. Την ίδια περίοδο αυξήθηκε ο αριθμός των επιστημονικών βιβλίων και των διδακτικών εγχειριδίων. Μετά το 1819 το Πατριαρχείο σύστησε μία επιτροπή που ανέλαβε τη λογοκρισία των βιβλίων που κυκλοφορούσαν στην υπόδουλη Ελλάδα (καταστροφή βιβλίων που περιείχαν τις νέες ιδέες και κλείσιμο των νεωτεριστικών σχολείων). Στην εφαρμογή των περιοριστικών αυτών μέτρων συμμετείχαν ο ανώτερος αξιωματούχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Ιλαρίων ο Σιναϊτης, ορισμένα μέλη της Ενδημούσης Συνόδου της Κωνσταντινούπολης και ορισμένοι Φαναριώτες (Σούτσοι και Καλλιμάχηδες). Η διαμάχη ανάμεσα στους προοδευτικούς και τους συντηρητικούς κορυφώθηκε τον Μάρτιο του 1821. Μετά την κήρυξη της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία η Πύλη προέβη σε συλλήψεις και έλαβε μέτρα που φόβισαν τους Έλληνες της Πόλης και κυρίως το Φανάρι. Τότε οι συντηρητικοί θεώρησαν τα επαναστατικά γεγονότα ως αποτέλεσμα της διάδοσης των νέων ιδεών και τάχθηκαν ενάντια στους προοδευτικούς λόγιους για να αποδείξουν την αντίθεσή τους στην Επανάσταση. Στη Σύνοδο της 27ης Μαρτίου 1821 αποφασίστηκε η απαγόρευση της διδασκαλίας φιλοσοφικών κειμένων, το κλείσιμο των νεωτεριστικών σχολείων και η εκδίωξη από τη Σμύρνη των Βενιαμίν του Λέσβιου και Κωνσταντίνου Κούμα. Σε όλους τους προοδευτικούς λόγιους εστάλησαν επιστολές για να εγκαταλείψουν την έδρα τους. Οι συντηρητικοί κύκλοι στο Φανάρι καταδίκασαν οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής και ο τομέας της εκπαίδευσης επανήλθε στην πρότερη κατάσταση.

Γεγονός λοιπόν είναι ότι η αντιπαράθεση των προοδευτικών και των συντηρητικών είχε σοβαρές συνέπειες στην οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος του πρώτου ελληνικού κράτους και μέχρι το τέλος της ελληνικής επανάστασης δεν έγινε ιδιαίτερα σημαντική προσπάθεια για την εκπαίδευση των Ελλήνων, καθώς είχε δοθεί προτεραιότητα στην απελευθέρωση της χώρας. Η προσπάθεια οργάνωσης ενός κρατικού εκπαιδευτικού συστήματος υλοποιήθηκε μετά την Επανάσταση και χάρη στην παροχή συστηματικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στον λαό, δημιουργήθηκαν νέες κοινωνικές συνθήκες που επέτρεψαν σε όλους τους πολίτες να διαδραματίζουν ρόλο στις πολιτικοοικονομικές εξελίξεις της χώρας τους.

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  •  Bloch J.: Rousseauism and education in eighteenth century France. Ed. Voltaire – Foundation 1995.
  • Βώρος Φ./ Οικονομοπούλου Ξ./ Δημακόπουλος Ν./ Ασημομύτης Β./ Κατσουλάκος Θ.: Θέματα νεότερης και σύγχρονης ιστορίας από τις πηγές. ΟΕΔΒ (γ΄ λυκείου). Έκδοση κ΄. Αθήνα 1992.
  • Γιαννικόπουλος Α.: Ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης – 6ο βιβλίο – περίοδος Τουρκοκρατίας. Εκδόσεις Γρηγόρη. Αθήνα 2001.
  • Clogg R.: Σύντομη ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Από την παρακμή και πτώση του Βυζαντίου μέχρι τη μεταπολίτευση του 1974. 3η έκδοση. Εκδόσεις Καρδαμίτσα. Αθήνα 1993.
  • Ευαγγελίδης Τ.: Η παιδεία επί τουρκοκρατίας. (Ελληνικά σχολεία από της αλώσεως μέχρι Καποδιστρίου). Τόμος Α΄ – Β΄. Αθήνα 1936. Εκδόσεις Καραβία.
  • Ευαγγελόπουλος Σ.: Ελληνική εκπαίδευση. Τόμος Α΄. Αρχαιότητα – Ελληνιστική και Ελληνορωμαϊκή εποχή – Βυζάντιο – Τουρκοκρατία – 19ος αιώνας. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Αθήνα 1998.
  • Ζαχαρόπουλου Ν.: Η παιδεία στην τουρκοκρατία. Τόμος Α΄. Εκδόσεις Π. Πουρνάρα. Θεσσαλονίκη 2000.
  • Ζιώγα Π.: Προβλήματα παιδείας του ελληνισμού κατά τον 1ο αιώνα της τουρκοκρατίας. Η βυζαντινή παράδοση, το καθεστώς της δουλείας και οι ιδεολογικοί στόχοι των Ελλήνων ως ρυθμιστές της μορφής και του περιεχομένου της παιδείας. Διατριβή επί διδακτορία. Θεσσαλονίκη 1982.
  • Lagarde A. / Michard L.: α) XVIII siècle. Les grands auteurs francais du programme. Anthologie et histoire littéraire. Editions Bordas. Paris 1985 β) XIX siècle. Les grands auteurs francais du programme. Anthologie et histoire littéraire. Editions Bordas. Paris 1985.
  • Νικολαϊδης Τ.: Η παιδεία ως παράγων προετοιμασίας της Εθνεγερσίας του 1821. Λευκωσία 1973.
  • Παιδαγωγία. Χρήσιμος εις τους ποθούντας μάθειν γράμματα. Μετά προσθήκης τινός. Πραύς, ταπεινός τοις διδασκάλοις έσο εάν ης φιλομαθής, έση πολυμαθής. Εν Βενετία, παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων. 1823 (Γεννάδιος Βιβλιοθήκη).
  • Παπαρηγόπουλος Κ.: Ιστορία του ελληνικού έθνους. Τόμος Ε. Αθήναι 1965. Έκδοση 7η. (μετά προσθηκών, σημειώσεων και βελτιώσεων επί τη βάσει των νεότερων ιστορικών δεδομένων υπό Νίκου Α. Βέη). Εκδοτικός οίκος Σεφερλής.
  • Πάτση Χ.: Ιστορία του Ελληνισμού και του Ελληνικού πολιτισμού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Τόμος 5ος Αναγέννηση-Νεώτερος Ελληνισμός. Αθήνα.
  • Pinloche A.: Pestalozzi et l’éducation populaire moderne. Editions F. Alcan 198, boulevard Saint – Germain Paris 1902.
  • Ρίζος – Νερουλός Ι.: 1778 – 1850 Ιστορία των γραμμάτων παρά τοις νεωτέροις Έλλησι….. Εδημοσιεύθη υπό Jean Humbert το 1827 εν Γενεύη, εξελληνίσθη δε υπό Ολυμπίας Ι. Ν. Abbot. Αθήνησι, τύποις Περρή και Βάμπα 1870.
  • Rousseau J. J.: Emile ou de l’éducation. Ed. Garnier – Flammarion, 1966.
  • Σύλλογος προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων: Περί κατωτέρας και μέσης παιδείας εν Ελλάδι ή επί του θέματος τούτου διαγωνισμού έκθεσις της αγωνοδίκου επιτροπείας αναγνωσθείσα εν τη προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων Συλλόγω. Αθήνησι τύποις Ανδρέου Κορομηλά 1872.
  • Χατζόπουλος Κ.: Ελληνικά σχολεία στη περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας(1453-1821). Εκδόσεις Βανιάς. Θεσσαλονίκη 1991.

[1]Ονομάζεται «δημοτική γλώσσα» γιατί είναι η λαϊκή γλώσσα του Δήμου. Αντίθετα ο όρος «καθαρεύουσα» σημαίνει κάθαρση στη γλώσσα. Ο όρος «δημοτική» χρησιμοποιήθηκε το 1818 και ο όρος «καθαρεύουσα» το 1796.

[2]Ο Παναγιώτης Κοδρικάς μάλιστα, υποστηρικτής της αρχαΐζουσας, θέλοντας να κλονίσει το επιστημονικό κύρος του Κοραή, έστειλε στο περιοδικό «Λόγιος Ερμής» μία επιστολή, με την οποία κατηγορούσε τις θέσεις του Κοραή (1816). Στην επιστολή αυτή απάντησε ο Κοραής μέσω του ίδιου περιοδικού στις 5/9/1817. Στη συνέχεια ο Κοδρικάς εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο: «Μελέτη της κοινής ελληνικής διαλέκτου», όπου ανέφερε ότι: «ο λαός είναι χυδαίος, άρα και η γλώσσα του είναι χυδαία». Ο Κοραής εξοργίστηκε. Παρ’ όλα αυτά συνέχισε να υπερασπίζεται τις ιδέες του μέχρι το θάνατό του, όχι όμως με το ίδιο πάθος .