Γράφει ο Ερμής:

Ήταν η παραμονή της έναρξης του Τριωδίου και ο εξάχρονος Παύλος αδημονούσε, αφού ήταν η πρώτη φορά που θα συμμετείχε με την τάξη του στον διαγωνισμό της καλύτερης αποκριάτικης στολής.

Ένα ολόκληρο εξάμηνο περίμενε αυτό το απόγευμα και πάλευε να οπτικοποιήσει με τη φαντασία του κάθε στιγμή.

«Είναι η γιορτή των παιδιών», του είχε πει η κυρία Αλέκα, η γειτόνισσα και συνταξιούχος δασκάλα που τον πρόσεχε κατά την απουσία της μαμάς του στη δουλειά της.

«Η γιορτή γίνεται στην κεντρική αίθουσα του Δημαρχιακού Μεγάρου, όπου υπάρχουν πολλά μπαλόνια, γλυκά και καραμέλες. Ω!! Θα δεις. Είναι πανέμορφα μικρέ μου. Ο ένας μασκαράς είναι καλύτερος από τον άλλον και πίστεψέ με, όσον καιρό δίδασκα, χαιρόμουν αυτό το απόγευμα, όπως και οι μαθητές μου. Χμμ!! Ίσως και περισσότερο».

Άκουγε λοιπόν ο μικρός Παύλος τις διηγήσεις της κυρίας Αλέκας και αγωνιούσε γι’ αυτό το μυθικό απόγευμα, ενώ παράλληλα ήλπιζε ότι θα κατάφερνε να είναι ανάμεσα στους τρεις νικητές και να κερδίσει ένα από τα βραβεία.

Επειδή λοιπόν η επιλογή εξαρτιόταν από τη στολή που θα φορούσε, τριβέλιζε καθημερινά το μυαλό της μαμάς του για το συγκεκριμένο θέμα ζητώντας τη να πάνε εγκαίρως στο κατάστημα και να αγοράσουν την καλύτερη στολή.

Η μαμά του τον άκουγε προσεκτικά, αλλά όσο κι αν ήθελε να πραγματοποιήσει την ευχή του, αδυνατούσε αφού τα χρήματα που κέρδιζε από τη δουλειά της μετά βίας κάλυπταν τους λογαριασμούς και τις βασικές τους ανάγκες.

Μεγάλωνε εντελώς μόνη της τον Παύλο και, εκτός από την κυρία Αλέκα που είχε προσφερθεί να προσέχει αμισθί τον Παύλο και να τον βοηθά στα μαθήματά του, δεν είχε υποστήριξη από κανέναν άλλον.

Καθώς λοιπόν πλησίαζε η ημέρα του διαγωνισμού και ο Παύλος πίεζε για τη στολή του, η μαμά του ζήτησε τη συμβουλή της κυρίας Αλέκας και εκείνη πρότεινε να του ράψει η ίδια το κοστούμι του.

Χάρηκε ο Παύλος που θα είχε μια χειροποίητη στολή, ανακουφίστηκε και η μαμά του που βρέθηκε λύση και η κυρία Αλέκα επιστράτευσε όλη της την τέχνη και χρησιμοποιώντας ρετάλια από παλιά πολύχρωμα υφάσματα έφτιαξε μια ολόσωμη φόρμα που τη διακόσμησε με χρωματιστές κορδέλες και δαντέλες. Αγόρασε δε στον Παύλο και ένα καπέλο και μια μάσκα και το απόγευμα της γιορτής σχημάτισε με κραγιόν στα μάγουλά του από έναν τεράστιο κόκκινο κύκλο.

Ο Παύλος παρατήρησε το είδωλό του στον καθρέφτη και χαρούμενος –  αφού η μαμά του και η κυρία Αλέκα τον διαβεβαίωσαν ότι η στολή του ήταν μοναδική και ξεχωριστή – έτρεξε να συναντήσει τους φίλους του.

Όταν έφτασε όμως στο προαύλιο του σχολείου του, η χαρά του εξανεμίστηκε. Τα υπόλοιπα παιδιά φορούσαν ακριβές στολές και η καθεμιά υπερείχε της άλλης. Κάποιος ήταν πειρατής, άλλος πρίγκιπας, βασιλιάς, εξωγήινος και ούτω καθεξής. Όταν ρώτησαν όμως τον Παύλο, εκείνος δεν ήξερε τι ακριβώς αντιπροσώπευε η στολή του. Η κατάσταση χειροτέρεψε, όταν ένα παιδί άρχισε να τον κοροϊδεύει και να γελά μαζί του.

«Κοιτάξτε τον!! Φόρεσε τα κουρέλια και ήρθε να διαγωνιστεί μαζί μας. Κουρελής!! Κουρελής!!» φώναζε δείχνοντας τον Παύλο και σύντομα παρέσυρε και άλλα παιδιά να μιμηθούν τη συμπεριφορά του.

Ντροπιασμένος ο Παύλος και καταβάλλοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια για να μην κλάψει, έτρεξε μακριά και κρύφτηκε στο διπλανό πάρκο, από όπου είδε λίγο αργότερα τους συμμαθητές του να κατευθύνονται προς το Δημαρχιακό Μέγαρο.

«Γιατί; Γιατί;» αναρωτιόταν. «Ήθελα τόσο πολύ να είμαι και εγώ μαζί τους», συλλογιζόταν δυστυχισμένος και άφησε επιτέλους τα δάκρυά του να κυλήσουν ελεύθερα.

«Προλαβαίνεις ακόμα να τους ακολουθήσεις», άκουσε άξαφνα μια φωνή.

Σαστισμένος, σκούπισε τα μάτια του, ανασήκωσε το κεφάλι του και είδε μια κολομπίνα.

«Ποια είσαι;» τη ρώτησε.

«Είμαι το πνεύμα του Καρναβαλιού», απάντησε εκείνη και αγνοώντας το δύσπιστο βλέμμα του, συμπλήρωσε «Άντε, τρέξε να τους προφτάσεις. Περίμενες τόσον καιρό αυτό το απόγευμα και κανείς δεν έχει δικαίωμα να σου το στερήσει. Μην φοβάσαι. Βιάσου και όλα θα πάνε καλά. Θα το δεις», τον διαβεβαίωσε και ο Παύλος, παρακινημένος από τα λόγια της, έτρεξε πίσω από τους συμμαθητές του.

Όταν έφθασαν επιτέλους στο Δημαρχιακό Μέγαρο, ο Παύλος συνειδητοποίησε ότι όλα ταίριαζαν με τις αφηγήσεις της κυρίας Αλέκας. Η μεγάλη αίθουσα ήταν διακοσμημένη με γιρλάντες και μπαλόνια και δυο πιερότοι μοίραζαν στα παιδιά σακουλάκια με γλειφιτζούρια, καραμέλες και σοκολάτες, ενώ ένας σαλτιμπάγκος τα έβαζε να σχηματίσουν μια ουρά και να παρελάσουν μπροστά από την κριτική επιτροπή των κλόουν που επέλεγαν τις ωραιότερες στολές. Ο Παύλος στεκόταν στην ουρά και η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που κόντευε να σπάσει από την αγωνία. Ευτυχώς τα άλλα παιδιά παρατηρούσαν εκστασιασμένα τον χώρο και δεν ασχολούνταν πλέον μαζί του. 

Πέντε ακόμα παιδιά, τέσσερα, τρία, δυο, ένα και ιδού επιτέλους ο Παύλος στάθηκε μπροστά στους κλόουν που τον κοίταξαν προσεκτικά, σιγομουρμούρισαν κάτι μεταξύ τους και έπειτα του ζήτησαν να περιμένει με την ομάδα των παιδιών που είχαν περάσει στην επόμενη φάση του διαγωνισμού.

Ο Παύλος ήταν ενθουσιασμένος, αν και η αγωνία του κορυφώθηκε καθώς συνεχιζόταν ο διαγωνισμός. Μια ώρα αργότερα είχαν απομείνει πέντε παιδιά και ανάμεσά τους ο Παύλος. Μια δημοτική υπάλληλος που φορούσε τη στολή σπανιόλας τους ρώτησε τα ονόματά τους και έπειτα τα ανακοίνωσε από το μεγάφωνο, καλώντας τους γονείς τους που περίμεναν στον εξωτερικό χώρο, να μπουν στην αίθουσα για την τελική φάση του διαγωνισμού.

Ο Παύλος στάθηκε δίπλα στα τέσσερα άλλα παιδιά, ενώ η μαμά του και η κυρία Αλέκα τον κοιτούσαν συγκινημένες, καθώς ο επικεφαλής κλόουν ανακοίνωνε την τελική κατάταξη.

Πέμπτη θέση, τέταρτη, τρίτη. Ο Παύλος δεν είχε ακούσει ακόμα το όνομά του και τώρα ήταν μόνος του μαζί με ένα κοριτσάκι που ήταν ντυμένο φράουλα.

«Ο μεγάλος νικητής της σημερινής γιορτής», δήλωσε ο κλόουν «είναι η στολή δίχως όνομα. Η στολή που αναδεικνύει το πνεύμα του καρναβαλιού. Τα χρώματα, τη χαρά, την αστεία διάθεση, αλλά και τη λύπη για το τέλος της γιορτής».

Ωχ!! Ο Παύλος είχε ξεχάσει ότι τα δάκρυα του είχαν ξεβάψει τους κόκκινους κύκλους στα μάγουλά του, αλλά ευτυχώς ο κλόουν έδωσε άλλη ερμηνεία, συνεχίζοντας να παραθέτει τα πλεονεκτήματα της στολής του Παύλου.

«Μια φορεσιά που θα μπορούσε να έχει χίλια ονόματα, αλλά επιλέγει να μην έχει κανένα γιατί το καρναβάλι δεν εστιάζει στην ταυτότητα, αλλά στη φανταστική μορφή που ελεύθερα υποδύεται κάποιος».

Το κοινό χειροκροτούσε και μόλις ολοκληρώθηκε η διαδικασία, ο Παύλος πήρε το δώρο του, ένα παιχνίδι και έτρεξε στην αγκαλιά της μαμάς του.

Η μπάντα παιάνισε δυνατά και οι κλόουν κάλεσαν τα παιδιά να χορέψουν και να διασκεδάσουν. Οι συμμαθητές του Παύλου τον πλησίασαν για να του ζητήσουν συγγνώμη για τη συμπεριφορά τους και εκείνος είδε αντίκρυ του να στέκεται η κολομπίνα.

«Πρέπει να την ευχαριστήσω γιατί χάρη σ’ εκείνη τόλμησα να έρθω», σκέφτηκε, αλλά προτού προλάβει να κινηθεί προς το μέρος της, συνειδητοποίησε ότι η κολομπίνα ήταν μια άυλη μορφή που χάθηκε από το οπτικό του πεδίο, μέσα σ’ ένα λεπτό, όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί, επιβεβαιώνοντας ότι ήταν το πνεύμα του καρναβαλιού που δεν θα χανόταν ποτέ από τη μνήμη και την καρδιά του!!

Συνταγή της Αμβροσίας: Γλυκολιχουδιά

Υλικά:

1 κιλό φρούτα του δάσους

½ κιλό ζάχαρη

½ κρασοπότηρο νερό

½ κ. γλ. βανίλια

Εκτέλεση:

Πλένουμε τα φρούτα του δάσους, τα βάζουμε σε μια κατσαρόλα μαζί με τη ζάχαρη και τα αφήνουμε για μία ώρα. Ρίχνουμε το νερό και βάζουμε την κατσαρόλα στη φωτιά. Μόλις πάρει μια βράση, προσθέτουμε τη βανίλια και περιμένουμε μέχρι να δέσει το γλυκό.