#sibyl_vane_s_diaries

Βράδυ Σαββάτου καραντίνας, με απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 18:00 ώστε να αποφευχθεί ο συνωστισμός και οι άσκοπες μετακινήσεις λόγω πανδημίας.

Στο zapping πάνω, πέφτουμε πάνω σε μουσική εκπομπή στην τηλεόραση, που μετράει χρόνια. Έχει ήδη νυχτώσει κι έχουμε ήδη ανοίξει φιάλη Ξινόμαυρο και σιγοπίνουμε.

Αφήνουμε το τηλεκοντρόλ στην άκρη, και με τα βλέμματά μας, γίνεται η συννενόηση: “Πάμε μπουζούκια;” Τον ρωτάω γελώντας.
Αν και δεν είναι λάτρης τους, χατήρι δε μου χάλασε, και μείναμε σε αυτό το κανάλι.

Γεμίσαμε τα ποτήρια μας.
Και βγαίνει ο Αντύπας.
Ανακάθησα στον καναπέ. Έκλεισα τα μάτια.

Ο Αντύπας στα 90’s, να ξεσηκώνει τα πλήθη στα τραπέζια, να μην μπορείς να πατήσεις στην πίστα από τα λουλούδια. Ο ίδιος καλλιτέχνης, κάνει το ίδιο ακριβώς, όντας στα “χάι” του, όπως έλεγε και το τραγούδι του.

Άλλο ένα κλείσιμο ματιών και βρέθηκα ακόμη παραπίσω. Με εμένα μικρή, κι όταν λέμε μικρή εννοούμε από μωρό της αγκαλιάς μέχρι πριν το νηπιαγωγείο.

Στις αγκαλιές της Ρίτας, της Λίτσας, της Δούκισσας, της Τζένης, της Άντζελας. Στη Φαντασία, στο ABC και εγώ δεν ξέρω που αλλού.

Και να χορεύω ανάμεσα σε σπασμένα πιάτα, και μετά σε γαρδένιες.

Μερικά χρόνια αργότερα, έχοντας την κουλτούρα της Νύχτας, έκανα μόνη μου τις επιλογές μου.

Διάλεγα παρέα για τα ξενύχτια μου από έφηβη.
Το μπουκάλι μας και Ώπα.
Γαρύφαλλα και πρώτο τραπέζι πίστα με τα πρώτα λεφτά που πιάσαμε από τις δουλειές μας. Ο Λευτέρης με τα μωρά του κι εμάς στην πίστα, ο Γιάννης με το “καμπριολέ” του, που ακόμη τραγουδιέται, γίνεται διασκευές και ξαναχορεύεται.

Ακόμη κι ο Τάσος ο “Πλανητάρχης” μας έφερνε μπουκάλια κερασμένα στο τραπέζι, και μας έπνιγε στα γαρύφαλλα, γιατί του στείλαμε φιλιά από τον Πύργο, το μέρος καταγωγής του.

Στριμωγματα στην ουρά στην τουαλέτα, πόδια πονεμένα από τον χορό στα 12ποντα.

Και σερί στη δουλειά μετά, με τα γαρύφαλλα στο μαλλί μπλεγμένα.

Καιρό τώρα έχουν κλείσει τα μπουζούκια.

Είδα τα μάτια του Αντύπα, και του Ζαφείρη χτες.
Γεμάτα νύχτα. Τα είδα πονεμένα χτες. Τους είδα “μεγαλύτερους”. Δεν τους έφθειρε η Νύχτα. Δεν τους κούρασε αυτή. Η έλλειψη της τους κούρασε. Η απουσία η δικιά μας τους κούρασε.

Μετά το βλέμμα μου έπεσε στον Σταν.
Ένα βλέμμα με φωτιά, για την νύχτα που είναι μπροστά, που θα ξανάρθει.

Για μας που θα ξαναβγούμε να ξαναχορέψουμε, να ξαναστριμωχτούμε, να ξανασηκώσουμε τα ποτήρια ανάμεσα σε αγνώστους και να πιαστούμε σε κυκλωτικούς χορούς.

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που πρόλαβα τη Νύχτα σαν βασίλισσα ακούνητη από τον θρόνο της. Που χάρηκα μεγάλα σχήματα και φωτεινές μαρκίζες, και ντουέτα που έγραψαν ιστορία.

Που μπορώ και κλείνω τα μάτια και με βλέπω μέσα της είτε στο πόρτ-μπεμπέ μου, είτε έφηβη, και μετά ενήλικη.

Νύχτα μου, θα ξανάρθουμε. Περίμενέ μας.
Κι εμάς μας λείπεις.