Από την Ισμήνη Χαρίλα

Το 1932 εκδόθηκε για πρώτη φορά ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» του Άλντους Χάξλεϋ στον οποίο περιγραφόταν μια ουτοπική κοινωνία που θα υπήρχε εξακόσια χρόνια αργότερα, ένας κόσμος όπου η επιστήμη και η τεχνολογία θα χρησίμευαν για τον έλεγχο των ανθρώπινων σκέψεων και πράξεων και ένα ολοκληρωτικό καθεστώς όπου θα είχε καταλυθεί κάθε έννοια ελευθερίας και όλα θα καθορίζονταν από τις εντολές μιας δυναστικής μειονότητας.

Δεκαέξι χρόνια αργότερα, ο μαθητής του Χάξλεϋ στο κολέγιο του Ήτον, ο Τζωρτζ Όργουελ, έγραψε το πασίγνωστο δυστοπικό μυθιστόρημα, το «1984», στο οποίο περιέγραψε και προφήτευσε όσα θα συνέβαιναν μελλοντικά, αλλά σε μια χρονική περίοδο πολύ πιο κοντινή από τον «Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο».

Σύμφωνα με το «1984» λοιπόν – που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα και από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά – ο κόσμος έχει χωριστεί σε τρεις περιοχές, μία κ των οποίων είναι η Ωκεανία που περιλαμβάνει και την πόλη του Λονδίνου στην οποία εξελίσσεται η ιστορία του έργου και ζει ο πρωταγωνιστής του, ο Γουίνστον Σμιθ.

Το βασικό μότο που καθορίζει την καθημερινότητα των πολιτών είναι ότι «ο πόλεμος είναι ειρήνη. Η ελευθερία είναι σκλαβιά. Η άγνοια είναι δύναμη» και κανείς δεν είναι ελεύθερος, αφού όλοι ελέγχονται από τον Μεγάλο Αδελφό που είναι μεν μια αόρατη και άγνωστη μορφή, αλλά παρακολουθεί, επιτηρεί, ορίζει και διατάζει.

Ακολουθώντας το παράδειγμα του Χάξλεϋ, οι πολίτες στο μυθιστόρημα του Όργουελ διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, στους υπαλλήλους του καθεστώτος που υπηρετούν στις υπηρεσίες και τα υπουργεία και στους προλετάριους οι οποίοι – εν αντιθέσει με τους «Άγριους» του Χάξλεϋ – δεν είναι εξόριστοι, αλλά κατοικούν απλώς σε διαφορετικά σημεία της πόλης, δεν υφίστανται την τυραννία της παρακολούθησης και κατά συνέπεια έχουν μεγαλύτερη ελευθερία.

Ο κεντρικός ήρωας λοιπόν, ο Σμιθ, είναι τριάντα εννέα ετών, εργάζεται στο Υπουργείο της Αλήθειας – που έχει το οξύμωρο καθήκον να μεταλλάσσει την πραγματικότητα και τα γεγονότα κατά το συμφέρον του Μεγάλου Αδελφού – ερωτεύεται και τολμά να δηλώσει την αντίθεσή του στο καθεστώς. Από αυτήν τη στιγμή συνεπώς ο Όργουελ και ενώ έχει ήδη περιγράψει το πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και ιδεολογικό πλαίσιο που επικρατεί στην Ωκεανία, αναπτύσσει την αφηγηματική πλοκή του επάνω σε δυο ασύμβατους – κατά κανόνα – πυλώνες, την πολιτική και την αγάπη.

Σε μια κοινωνία επομένως όπου το Υπουργείο Αγάπης ελέγχει τα συναισθήματα, απαγορεύει τον έρωτα και λειτουργεί ως ένα γραφείο συνοικεσίων που επιλέγει τα ζευγάρια με μοναδικό σκοπό την αναπαραγωγή και τη διαιώνιση του είδους, ο Όργουελ καταθέτει το προσωπικό του μανιφέστο για τους τρόπους που δύναται να επιτευχθεί η χειραγώγηση, αποκλείοντας τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο την εμφανή άσκηση σωματικής βίας.

Και στο σημείο αυτό έγκειται ο παραλληλισμός και κατ’ επέκταση η φιλοσοφική σύγκριση με τη σύγχρονη εποχή, ξεκινώντας από την αρχή διασφάλισης της ανθρώπινης υποταγής μέσω της στέρησης παιδείας και Τέχνης, αφού με την απουσία τους περιορίζεται ο πνευματικός ορίζοντας, δεν τροφοδοτείται η φαντασία και εκλείπει η δυνατότητα αντιλόγου και ορθολογιστικού διαχωρισμού των στοιχείων. Κατά συνέπεια το άτομο άγεται και φέρεται, υιοθετεί απόψεις και επιθυμίες τρίτων και μιμείται δίχως να στοιχειοθετεί και να διαθέτει κριτική αντίληψη. Αναβιώνει άρα η Μεσαιωνική περίοδος και επ’ αυτού προκύπτει ο προβληματισμός με τη σημερινή πραγματικότητα και δη η διάσταση απόψεων που γεννάται από την ερμηνεία της αντιπαραβολής.

Στο «1984» οι άνθρωποι δεν είχαν επιλογή αντίστασης. Είναι κυρίως παιδιά δεύτερης γενιάς, μεγάλωσαν μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο, εξαρτώνται ακόμα και για την προμήθεια βασικών μέσων επιβίωσης από τον Μεγάλο Αδελφό και ασφυκτιούν σ’ ένα αυστηρό πλαίσιο εξαφάνισης οποιασδήποτε ελευθερίας, αφού έστω και μια σκέψη που θα μπορούσε να θεωρηθεί ανατρεπτική, οδηγεί στον θάνατο.

Στη σημερινή εποχή όμως παρατηρείται μια σύνθετη πολυπλοκότητα, αφού από τη μια πλευρά υπάρχουν χώρες όπου η έννοια της αντικυβερνητικής άποψης και στάσης είναι καθ’ όλα απαγορευμένη και επισύρει ποινές τιμωρίας. Από την άλλη πλευρά όμως υπάρχουν άνθρωποι που ζουν σε κράτη με ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση και ιδίως στη δυνατότητα εξακρίβωσης και τεκμηρίωσης των πεπραγμένων, αλλά υιοθετούν την ταχύτητα της άκριτης αυτόματης αντίδρασης και κατώτερα μορφωτικά πρότυπα που αγνοούν την ιστορική και φιλοσοφική εξέλιξη και εφαρμόζουν ένα μοντέλο νεογλώσσας που περιγράφεται και στο «1984», δηλαδή μια γλώσσα που δεν αλλάζει απλώς μέσα στα φυσιολογικά πλαίσια της οργανικής πορείας της, αλλά περιορίζει σταδιακά τον πλούτο της, διαγράφει λέξεις και αφαιρεί τη δυνατότητα της πλουραλιστικής νοητικής εκφραστικής δυνατότητας.

Ως εκ τούτου ανάμεσα στα άπειρα φιλοσοφικά σχόλια του «1984» που προκαλούν τον αναγνώστη να αναλογιστεί την προσωπική του θέση απέναντι στον κόσμο που τον περιβάλλει και τα δικά του περιθώρια δράσης, ανοχής, αποδοχής και συμβιβασμού, ενδεχομένως ένα από τα σημαντικότερα να είναι εκείνο που αναφέρεται στη διαχείριση των μαζών και στο γεγονός ότι δεν αντιλαμβάνονται την καταπίεσή τους, όταν απουσιάζει κάθε μέτρο σύγκρισης.

Βάσει όλων των προαναφερομένων λοιπόν δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι εβδομήντα τρία χρόνια μετά τη συγγραφή του το «1984» παραμένει πάντοτε επίκαιρο, αφού θέτει ερωτήματα που ακόμα δεν μπορούν να απαντηθούν ενιαία και εγείρουν συζητήσεις όπου υποστηρίζονται ποικίλες απόψεις. Ποια είναι τελικά τα όρια της ελευθερίας, πότε καταπατάται, πότε μετατρέπεται σε ασυδοσία, πότε περιορίζεται από τη σιωπή και τη συμβιβαστική αποδοχή του συνόλου και πότε αυτός που αναλαμβάνει την εξουσία μετατρέπεται σε απόλυτο δυνάστη και δικτάτορα;