Γράφει ο Ερμής:

Κάθισε στον πάγκο εργασίας και πήρε στα χέρια του τη μισοτελειωμένη κούκλα. Ήλεγξε προσεκτικά τις ραφές που στήριζαν το πάνινο σώμα της, διόρθωσε τις πτυχές του κοστουμιού της, επιβεβαίωσε ότι το χρώμα των μαλλιών της διέφερε από αυτό των υπολοίπων που ήταν ήδη έτοιμες και φυλαγμένες στο ντουλάπι, αναμένοντας την ημερομηνία παράδοσής τους.

Η κούκλα που θα ολοκλήρωνε το αποψινό βράδυ ήταν η εικοστή του έτους και η πολλοστή από όσες είχε κατασκευάσει τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Τριάντα χρόνια εργαζόταν ως φύλακας στο ορφανοτροφείο και η ιδέα να χαρίζει στα παιδιά μια κούκλα κλόουν κατά την περίοδο της Αποκριάς, είχε ξεπηδήσει άξαφνα στο μυαλό του, δίχως να θυμάται ποια ήταν η αφορμή.

Τα Χριστούγεννα και το Πάσχα οι προσφορές εθελοντών ήταν πάμπολλες, αλλά τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου όλοι σιωπούσαν.

Κανείς δεν ερχόταν στο ορφανοτροφείο για να προσφέρει λίγη χαρά σ’ αυτά τα παιδιά, λες και είχαν εξαφανιστεί.

Ποτέ δεν είχε αποκαλύψει ποιος ήταν ο αποστολέας των παιχνιδιών. Κατασκεύαζε είκοσι κούκλες, μία για κάθε παιδί που φιλοξενούσε το ίδρυμα και τις άφηνε έξω από την Πύλη.

Την πρώτη χρονιά τα παιδιά ενθουσιάστηκαν με το αναπάντεχο δώρο. Τη δεύτερη, η αντίδρασή τους ήταν ίδια με την προηγούμενη και τις επόμενες χρονιές το περίμεναν με αγωνία.

Όταν πλέον έφθαναν στο δωδέκατο έτος της ηλικίας τους και μεταφέρονταν στο νέο ίδρυμα που θα τα φιλοξενούσε, μέχρι την ενηλικίωσή τους, κουβαλούσαν μαζί τους όσες κούκλες είχαν αποκτήσει, σαν ένα ακριβό ενθύμιο. Παραδόξως δε, όλες αυτές οι κούκλες ήταν άθικτες, σαν να είχαν κατασκευαστεί την προηγούμενη ημέρα.

Λες και δεν τις είχε αγγίξει κανείς, μήτε είχε παίξει μαζί τους.

Και όμως. Καθεμιά τους ήταν η συντροφιά του κατόχου της. Είχε μοιραστεί τα μυστικά του, ήταν ο φίλος που άκουγε προσεκτικά και είχε γλυκάνει την καρδιά μ’ εκείνο το τεράστιο ζωγραφισμένο χαμόγελο που έμοιαζε αληθινό.

Κυρίως όμως είχε κατορθώσει να απαλύνει τον πόνο της μοναξιάς και της απόρριψης και να μοιραστεί το δάκρυ που αναζητούσε διέξοδο.

Γι’ αυτό ακριβώς ο δημιουργός πρόσεχε πάρα πολύ, όταν ζωγράφιζε το δάκρυ επάνω στο πρόσωπο της κούκλας. Και ήταν πάντοτε ένα και μοναδικό. Όχι από επιθυμία να ξεχωρίζει – ούτως ή άλλως οι μορφές των δημιουργιών του ήταν ήδη εμπνευσμένες από άλλους καλλιτέχνες – αλλά επειδή ήξερε ότι αυτό το δάκρυ ήταν το σημαντικότερο όλων.

Εκείνο που είχε τη δύναμη να διατηρείται αέναα ζωντανό και να ματώνει την πληγή με την ανάμνηση της πηγής του.

Γι’ αυτό λοιπόν όφειλε να είναι υπαρκτό, αλλά όχι τρομακτικό. Έντονο και συνάμα αχνό. Ορατό και ταυτόχρονα αόρατο.

Να γλιστρά από το μάτι και να συναντά το τεράστιο χαμόγελο, υπενθυμίζοντας ότι υπάρχει πάντα μια αχτίδα φωτός μέσα στο σκοτάδι και μια ελπίδα που αναζητά μόνο μια σπίθα για να αναπτερωθεί και να αλλάξει την ιστορία.

Συνταγή της Αμβροσίας: Μπάλες από κομφετί

Υλικά:

2 κούπες πουρές κάστανου

½ κούπα ζάχαρη άχνη

3 κουταλιές μαλακό βούτυρο

½ κρασοπότηρο κονιάκ

½ κ. γλ. κανελογαρύφαλλο (σκόνη)

Ξύσμα από 1 πορτοκάλι

1 κούπα χλιαρό γάλα

Εκτέλεση:

Βάζουμε όλα τα υλικά σ’ ένα μπολ και τα ανακατεύουμε έως ότου ομογενοποιηθούν και γίνουν μια εύπλαστη ζύμη.

Αν η ζύμη είναι πολύ σφιχτή, προσθέτουμε λίγο γάλα και αν είναι πολύ μαλακή, λίγο πουρέ κάστανου.

Πλάθουμε μικρές μπαλίτσες, τις οποίες βυθίζουμε σε λιωμένη κουβερτούρα και τις τυλίγουμε με χρωματιστή τρούφα σοκολάτας.

Τις αφήνουμε να σταθεροποιηθούν και στη συνέχεια τις τοποθετούμε σε πιατέλα, μέσα σε τρουφόχαρτα.