#illusionskiller

Είναι εκείνο το παλιό κλασικό ροκάδικο στέκι!

Ένα αυθεντικό μαγαζί με ζωντανή ροκ μουσική, που μαζεύει τους πάντες γύρω από τη ροκ!
Τους πάντες από τη ροκ μουσική και τη ροκ κουλτούρα.

Ακόμα και περίεργους πιτσιρικάδες, που στη μαγιά της ροκ ψάχνουν το αντριλίκι τους.
Αυτή η αναζήτηση για το αντριλίκι, που περνά και μέσα από την προσφώνηση “μάνα”, αντί του φλώρικου “μαμά”.
Επίσης το “μάνα” συνοδεύεται από μία κάποια αύξηση στο μπασο της αγορίστικης φωνής.

Πακέτο με την συγκεκριμένη συμπεριφορά, είναι και η αμφισβήτηση της εξουσίας!
Της όποιας εξουσίας. Δεν έχει σημασία η πολιτική τοποθέτηση.

Βέβαια, ένα ασφαλές πολιτικό και ταυτόχρονα αντιεξουσιαστικό λιμανάκι αποτελεί η αριστερά. Ιδίως το ΚΚΕ.
Αν μη τι άλλο, ξέρεις πως δε θα γίνει κυβέρνηση..

Εκεί τοποθετούνται, ή δηλώνουν πως ανήκουν, οι περισσότεροι που δηλώνουν αντιεξουσιαστές. Μαζί τους και αυτοί που παραμένουν αξούριστοι και άπλυτοι και νομίζουν πως είναι αντιεξουσιαστές.

Όλοι αυτοί ασκούν μία κάποια γοητεία, ιδιαιτέρως στα νεαρά άτομα, τα οποία ούτως ή άλλως έχουν και ορθώς την έχουν, αντιεξουσιαστική τάση!

Το στυλάκι του υπεράνω όλων ροκά, που τα πίνει, τα σπάει, πλακώνεται με τους μπάτσους και ζει την κάθε μέρα μόνο για το σήμερα, όπως και να το κάνουμε, έχει πέραση!

Το μόνο πρόβλημα είναι ο χρόνος.

Ο χρόνος περνά. Οι πιτσιρικάδες που γοητεύονται από την εικόνα του αντιεξουσιαστή ροκά, που άμα λάχει, ακούει και κανά ρεμπέτικο που είναι και πιό έθνικ, αρχίζουν να αναρωτιούνται.

Ερωτήσεις του τύπου “καλά ρε μεγάλε, πως τη βγάζεις;”

Τέτοιες ερωτήσεις, που πηγάζουν από μία εύλογη απορία :
“Αν όλη μέρα κάθεσαι και θεωρείς την εργασία δουλεία, τότε που κοιμάσαι, που τρως, πως προμηθεύεσαι τα ρούχα σου και τα ροκάδικα χαϊμαλιά σου;”

Ορισμένοι από αυτούς, έχουν δουλειές του ποδαριού, ίσα για τα χαρτζιλίκια τους.
Πάλι όμως, δε βγαίνει ο λογαριασμός του ανέμελου και υπεράνω αντιεξουσιαστή!

Μέχρι που τον πετυχαίνεις στο σούπερ μάρκετ, σε φάση άκρως αντίθετη από αυτή που τον ήξερες.
Μεταξύ μας, σε φάση που και αυτός θα ήθελε να μην τον είχες δει!

Να κουβαλάει τα ψώνια της μητέρας του!
Τα δε ρούχα του, ουδεμία σχέση είχαν με αυτά που σας παρουσιάζονταν!
Τα πέτσινα μπουφάν, τα προσεκτικά σκισμένα τζιν και τα επιτηδευμένα σκονισμένα αρβυλάκια, είχαν δώσει τη θέση τους σε μία φόρμα γυμναστικής και σε πάνινα αθλητικά παπούτσια.

Η φόρμα, σε αντίθεση με τα πέτσινα και τα τζιν, αδυνατούσε να καλύψει τις σωματικές ατέλειες του και το πλαδαρό του στήθος και το σωσίβιο στη μέση του χοροπηδάνε μέσα απο το μπλουζάκι!

Το τελειωτικό χτύπημα στην εικόνα, ήρθε όταν απευθύνθηκε στη μητέρα του!

Την αποκάλεσε “μαμά”, δίνοντας ένα γλυκό, παιδικό τόνο στη φωνή του!
Η μαμά τον φιλοδώρησε με ένα χαρτονόμισμα, για να βγει το βράδυ μαζί με τους φίλους του!

Τον κοιτάς και αναρωτιέσαι, τι απέγινε εκείνος ο αρρενωπός άντρας, που με τη μπάσα φωνή του έλεγε “μάνα”, κάθε φορά που βρισκόσασταν σε παρέες και τα πίνατε!

Εκείνες τις φορές που εσύ και η δική σου παρέα φεύγατε νωρίτερα, γιατί το πρωί είχατε βάρδια και έπρεπε να πληρώσετε τα πάντα!
Το νοίκι σας, τα ρούχα σας, το φαΐ σας!

Κάθε φορά που την έκανες από νωρίς για να πας σπίτι σου, ένιωθες ενοχες που έπρεπε να αντιμετωπίσεις το τουπέ και τον αέρα του, αυτού που ζούσε με τους γονείς του και ήταν υπεράνω νόμων και δουλειάς!

Αρκετά χρόνια αργότερα, τον είδες ξανά.

Πλέον είχε μεγαλώσει, όπως όλοι.

Εσύ και η παλιά σου παρέα, αν και χαθήκατε κρατήσατε μια, έστω χαλαρή, επαφή.
Όλοι σας, προοδεύσατε.
Με δυσκολίες, με αποτυχίες, με νέες προσπάθειες, άλλες φορές με βήματα, μερικές με άλματα, πήγατε λίγο ή περισσότερο μπροστά.

Όχι. Δεν τον είδες σε κάποια παρέα. Εκείνες οι παλιές παρέες σκόρπισαν και έμεινε μόνο η ανάμνηση τους.

Τον είδες στην τηλεόραση, σε ένα πλάνο από επεισόδια αντιεξουσιαστών με την αστυνομία.

Ρώτησες και έμαθες τα νέα του.

Τίποτα νεότερο. Όπως τα’ξερες.

Μένει ακόμα με τους γονείς του, κινείται στα ίδια ακριβώς στέκια και λέει στους πιτσιρικάδες, που τώρα τους περνά μερικές δεκαετίες, τα ίδια πιασάρικα αντιεξουσιαστικά λόγια.
Επίσης, από δουλειά, όπως τα’ξερες. Το πολύ πολύ, καμιά δουλειά του ποδαριού, για τα χαρτζιλίκια του..

Στο Μυαλό σου έρχεται εκείνη η αποκαλυπτική εικόνα από το σούπερ μάρκετ.
Αναλογίζεσαι πως, ίσως τώρα να μη συνοδεύει τη μητέρα του εκεί, αλλά να πηγαίνει μόνος του, μιάς και η μητέρα του θα έχει πιά μεγαλώσει.

Κάνεις εικόνα το συνάφι του!

Αντιεξουσιαστές, που μένουν με τους γονείς τους και μετά τον αγώνα επιστρέφουν στην οικογενειακή φωλιά, για να απολαύσουν το φαΐ που τους έχει έτοιμο η μαμά τους και το χαρτζιλίκι που τους δίνει, με χαμηλωμένο βλέμμα, ο μπαμπάς τους.

Ίσως όμως αυτός ο φίλος από τα παλιά να έχει κάνει πρόοδο.

Ίσως πλέον, τη μητέρα του να τη λέει “μάνα”, κάθε φορά που της ζητά λεφτά για “έξω”..

Όπως και να το κάνουμε, θα είναι μία κάποια εξέλιξη.