Γράφει ο Ερμής:

Κοιτάζει τις σταγόνες της βροχής που χτυπούν ρυθμικά στο τζάμι του παραθύρου του συνθέτοντας ένα μουσικό πρελούδιο που διαλύει τις ομιχλώδεις σκέψεις του. Δροσερά δάκρυα – αιώνιοι σύμμαχοι και λυτρωτές του – που σαρώνουν τις ανομίες του, ξεπλένουν τη ρυπαρότητα των πράξεών του και μετατρέπονται σ’ έναν αόρατο φίλο που σβήνει κάθε ίχνος από τα εγκλήματά του.

Κάθεται στον καναπέ και ήρεμος πια από την ένταση των προηγούμενων ωρών αφήνει ελεύθερη τη μνήμη να αποθηκεύσει στο ερμάριό της τα γεγονότα που προηγήθηκαν. Μια ακόμα δολοφονία ή – όπως προτιμά να σχολιάζει άηχα ο ίδιος – μια πράξη καθαριότητας και απαλλαγής από σκουπίδια.

Δεν ξέρει πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Δεν μπορεί καν να καταλάβει πώς αυτός – το ήσυχο και καλό παιδί, όπως τον χαρακτήριζαν οι γύρω του – κατέληξε να γίνει ένας στυγνός εκτελεστής. Ίσως επειδή ήρθε κάποτε η στιγμή που δεν άντεξε άλλο να οπισθοχωρεί μπροστά στις επιθυμίες των υπολοίπων ή ίσως επειδή όφειλε έστω και αργά να αντιδράσει ενάντια σε ό,τι θεωρούσε λανθασμένο.

Θέλω και πρέπει, δίκαιο και άδικο, σωστό και λάθος. Ποιος μπορούσε άραγε να τηρήσει τα όρια, δίχως να παρεκκλίνει ούτε μία φορά ή τουλάχιστον να παραδεχτεί ότι λύγισε και ότι πλήγωσε τόσο τον εαυτό του, όσο και το περιβάλλον του; Πέρασαν πολλά χρόνια για να συνειδητοποιήσει και ο ίδιος ότι η πειθήνια και ηθελημένη δουλοπρέπειά του στην ορθότητα γιγαντώθηκε σ’ ένα σαράκι που κατέτρωγε τα σωθικά του και κατέπνιξε κάθε επιθυμία του για όνειρα.

Ισχυρίζονται ότι είναι αδύνατον να ζεις χωρίς ελπίδα και οι Λατίνοι επιβεβαίωσαν ότι ο άνθρωπος ελπίζει, όσο συνεχίζει να αναπνέει. Dum spiro spero λοιπόν, αλλά ο ίδιος δεν είχε τίποτα για να κρατηθεί. Έπεσε στον γκρεμό και όταν άπλωσε το χέρι του, δεν υπήρξε κανείς για να το γραπώσει και να τον τραβήξει επάνω στον βράχο.

Ήταν ο υπάκουος γιος που φρόντισε τους γονείς του ως την ύστατη ώρα, ο καλός αδελφός που βοήθησε τις αδελφές του να βρουν δουλειά και να παντρευτούν, ο εργατικός υπάλληλος που δεν αρνιόταν ποτέ τις αγγαρείες που του φόρτωναν οι ανώτεροί του.

Ναι, εκπλήρωσε με συνέπεια όλες τις απαιτήσεις του περιβάλλοντός του, έβαλε τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές του, όμως στο τέλος δεν κέρδισε παρά μονάχα τη μοναξιά, τη συντροφιά της σιωπής και ένα σύντομο μηνιαίο τηλεφώνημα που διατηρούσε ζωντανούς τους δεσμούς της αδελφικής σχέσης.

Μοναδική παρηγοριά του, η εργασία του στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου. Χαμένος στην προστατευτική σκιά εκατοντάδων χιλιάδων λέξεων που ακόμα και οι εμπνευστές τους είχαν ξεχάσει την ύπαρξή τους, συνομιλούσε με αθώρητες μορφές που ανά καιρούς μονοπωλούσαν τους αναγνώστες τους. Μοιραζόταν τα πάθη, τους πόθους, τους φόβους, την ανησυχία, την αμφιβολία, την πτώση και την κυριαρχία τους και ένιωθε να είναι κάποιος άλλος. Ένας άνθρωπος ελεύθερος από άλογους περιορισμούς. Κάποιος που έλυνε τα δεσμά του και – χρησιμοποιώντας ένα τυχαίο ψευδώνυμο – δρούσε κατά βούληση και έκανε ό,τι ήθελε, όποτε ήθελε και κυρίως δίχως να αισθάνεται τύψεις ή να νιώθει πως προδίδει τις αρχές και τις αξίες του.

Η ζωή του ήταν ανέκαθεν στερημένη, όχι όμως από υλικά αγαθά – αφού ούτως ή άλλως η συγκεκριμένη παράμετρος ουδέποτε τον απασχόλησε και του ήταν υπεραρκετό να έχει απλώς τα βασικά – αλλά από όνειρα και επιθυμίες. Από τη λαχτάρα της προσμονής της ημέρας που θα εκπληρώνονταν οι ευχές του.

Το βλέμμα του – άδειο, κενό και βουτηγμένο στη νηφαλιότητα της αποδοχής της κατάστασής του – μπορούσε να διακρίνει με ευκολία οποιονδήποτε βίωνε μια αντίστοιχη θλιβερή πραγματικότητα, αφού είναι αναπόδεικτη αλήθεια ότι δεν ήταν το μοναδικό άτομο στον πλανήτη που είχε ηττηθεί από την απογοήτευση και είχε λιποτακτήσει προτού καν βρεθεί στο πεδίο της μάχης. Υπήρχαν και άλλοι, ενδεχομένως όχι υπεράριθμοι και προφανώς όχι απαραίτητα με κοινό υπόβαθρο εμπειριών. Ωστόσο υπήρχαν και δεν ήταν διόλου δύσκολο να τους εντοπίσει, έστω και αν απέφευγε οιαδήποτε συνδεσιμότητα μαζί τους.

Πάντοτε πρέσβευε ότι τη θλίψη δεν τη μοιράζεσαι. Μπορείς να την εκμυστηρευτείς, αλλά η ψυχή έχει ανάγκη να θεραπεύσει μόνη τις πληγές της. Εξαίρεση στον κανόνα του αποτελούσε η Όλγα, μια σαραντάχρονη επίκουρη καθηγήτρια της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο και ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους με τους οποίους μπορούσε να επικοινωνήσει, δίχως να χρειάζεται να αποκωδικοποιεί μονίμως τις προθέσεις των διαλόγων τους. Μια γυναίκα για την οποία δεν γνώριζε ουσιαστικά τίποτα και εντούτοις ένιωθε ότι την καταλάβαινε απόλυτα. Μια γυναίκα που σεβόταν και μοιραζόταν την αγάπη του για την τέχνη και τη φιλοσοφία.

Ήταν άραγε ερωτευμένος; Άπειρες φορές είχε αναρωτηθεί και ο ίδιος, αλλά απέφευγε μονίμως να απαντήσει και έτρεμε ακόμα και στην ιδέα, αφού η χαμηλή αυτοεκτίμησή του υποστήριζε πως η παραδοχή ενός παρόμοιου συναισθήματος θα τον οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην απόπειρα μιας ομολογίας προς το αντικείμενο του πόθου του και κατ’ επέκταση στην απόρριψη και απομάκρυνση του τελευταίου.

Ως εκ τούτου φρόντιζε να διατηρεί τις κατάλληλες αποστάσεις και να μην δίνει το παραμικρό δικαίωμα στον εαυτό του και στην Όλγα να υπονοήσουν ότι η σχέση τους θα μπορούσε να λάβει διαφορετικές προεκτάσεις. Παρέμεινε επομένως αυστηρά στο όριο του διαλογικού επιπέδου και δεν άγγιξε καν την έννοια της φιλικής επαφής. Παρ’ όλα αυτά η παρουσία της Όλγας στη ζωή του αποτέλεσε τον βασικό παράγοντα της αλλαγής που τον ώθησε να αναλάβει τον ζοφερό του ρόλο.

Τίποτα δεν είναι δεδομένο στον κόσμο αυτό και παρόλο που ο ίδιος θεωρούσε ότι το μέλλον δεν έκρυβε καμιά έκπληξη γι’ αυτόν, ξύπνησε ξαφνικά ένα απόγευμα από τον λήθαργό του, όταν έμαθε πως η Όλγα είχε σκοτωθεί από ένα διερχόμενο αυτοκίνητο. Ο θάνατός της τον συγκλόνισε και δοκίμασε τα όρια της αντοχής του στον πόνο. Έναν πόνο που φυσικά δεν αποκάλυψε σε κανέναν και προσπάθησε ως συνήθως να καταπραΰνει μόνος του. Αυτήν τη φορά όμως η δοκιμασία ήταν χειρότερη από ποτέ και ο στόχος ακατόρθωτος.

Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τον απασχολούσε το γεγονός ότι – όταν εκδικάστηκε ύστερα από μήνες η υπόθεση – ο συνήγορος του οδηγού κατάφερε να τον απαλλάξει με μια μικρή εξαγοράσιμη ποινή, εκμεταλλευόμενος την απουσία μαρτύρων και δημιουργώντας την αίσθηση ότι το ατύχημα οφειλόταν κυρίως στην απροσεξία της Όλγας. Θύτης και θύμα συνεπώς εκείνη και ο οδηγός –ανακουφισμένος από το τέλος της δικαστικής διαδικασίας – επέστρεψε  στην κανονικότητά του, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα Σαν να ήταν κομπάρσος σ’ ένα τυχαίο επεισόδιο. Σαν να μην είχε καμιά ανάμειξη στον θάνατο ενός ανθρώπου.

«Αθώος», «αθώος», «αθώος»….

Η ετυμηγορία έγινε ένας συριγμός στα αυτιά του πρωταγωνιστής της ιστορίας και στοίχειωσε κάθε στιγμή της ζωής του, ενώ στα μάτια του αναβίωνε διαρκώς η διαδικασία της δίκης και οι λεπτομέρειες που άφησαν ατιμώρητο τον δολοφόνο της Όλγας.

Οι δικαστές τήρησαν τους νόμους, βασίστηκαν στο γεγονός ότι ουδείς αντέκρουσε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης που τόνισε ότι το ατύχημα συνέβη σ’ ένα στενό με ανύπαρκτους φωτεινούς σηματοδότες που θα διευκόλυναν τη διέλευση πεζών και η Όλγα «σκοτώθηκε» ξανά.

Υπό κανονικές συνθήκες, ο ήρωας θα έπρεπε να αποδεχθεί την κατάσταση, να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω και να επιστρέψει στην πρότερη ήρεμη απραξία του.

Ωστόσο, αυτήν τη φορά του ήταν αδύνατο να συμβιβαστεί με το γεγονός ότι ένας – έστω και εξ’ αμελείας – δολοφόνος βρισκόταν στο απυρόβλητο.

Συνεχίζεται…..