Γράφει ο Ερμής:

Συνέχεια από Απονομή δικαιοσύνης (μέρος Ι)

Εξαιτίας της περιέργειας και της ανάγκης του να γνωρίσει το άτομο που τάραξε την ησυχία του, άρχισε να παρακολουθεί τον οδηγό. Κάθε απόγευμα κρυβόταν πίσω από τα δέντρα και παρατηρούσε κάθε κίνησή του μέχρι που νύχτωνε και έσβηναν τα φώτα στα παράθυρα. Τότε γύριζε στο σπίτι του, κατέγραφε όσα είχε δει σ’ ένα σημειωματάριο και σύντομα είχε μια πλήρη εικόνα των συνηθειών του ανθρώπου που μονοπωλούσε κάθε λεπτό του ελεύθερου χρόνου του.

Πέρασαν τρεις μήνες και ενώ ο ήρωας μας έφθασε τελικά στο κομβικό σημείο, όπου δεν ήξερε πλέον αν έπρεπε να συνεχίσει ή να σταματήσει, συνέβη το μοιραίο γεγονός που τον παρέσυρε αυτομάτως στην απέναντι όχθη του ποταμού.

Ήταν ένα παγωμένο Γενναριάτικο βράδυ Παρασκευής και το κρύο είχε κλείσει τους κατοίκους της πόλης από νωρίς στα σπίτια τους. Ο ήρωάς της ιστορίας, τυλιγμένος στο μπουφάν του και έχοντας καλύψει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του με την κουκούλα της μπλούζας του και μ’ ένα κασκόλ παραφυλούσε ακόμα στο σκοτάδι, ενώ έτριβε τα γαντοφορεμένα χέρια του προσπαθώντας να ζεσταθεί. Γύρω στις 10.30 μ. μ. ο οδηγός κατέβηκε στην πυλωτή της πολυκατοικίας και αναζήτησε κάτι στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του που είχε λειτουργήσει ως όργανο εξόντωσης της Όλγας.

Της Όλγας που έστεκε απέναντι από τον αγαπημένο της φίλο και τον κοιτούσε σαν να του ζητούσε κάτι. Σαν να τον παρακαλούσε, να τον ικέτευε για δικαίωση.

«Δεν έφταιγα», του έλεγε με το βλέμμα της. Ένα βλέμμα ζεστό, αλλά και ανήσυχο, αναστατωμένο από το βάρος ενός λάθους που δεν ήταν δικό της.

«Δεν έφταιγα» και έπειτα ένα «γιατί». «Γιατί να συμβεί σ’ εμένα;» «Γιατί δεν σεβάστηκαν τη μνήμη μου;» «Γιατί δεν με άφησαν να ησυχάσω;» «Γιατί δεν δικαιώθηκα; Γιατί; Γιατί; Γιατί;»

Μέσα σε δευτερόλεπτα το ερώτημα μετατράπηκε σε ουρλιαχτό και έπειτα σ’ έναν παρατεταμένο λυγμό που απαιτούσε από τον πρωταγωνιστή να δράσει και να κάνει κάτι για να απαλύνει τον πόνο.

Εκείνος, αδυνατώντας να κωφεύσει στην έκκληση βοήθειας της γυναίκας που είχε σημαδέψει τη ζωή του, πλησίασε στην πυλωτή και – ενστικτωδώς – δίχως να το καλοσκεφτεί, πήρε ένα φτυάρι, που μάλλον είχε ξεχαστεί από τον κηπουρό που φρόντιζε τον κήπο της πολυκατοικίας και χτύπησε με δύναμη τον οδηγό στο κεφάλι.

Ο τελευταίος, χωρίς να προλάβει να αντιδράσει ή να καταλάβει ότι δεχόταν επίθεση, έπεσε νεκρός με το μισό του σώμα να βρίσκεται μέσα στο πορτμπαγκάζ και το υπόλοιπο έξω από αυτό.

Τότε ο ήρωας, με απόλυτη ψυχραιμία και με γρήγορες κινήσεις έβαλε ολόκληρο το σώμα στο πορτμπαγκάζ, το έκλεισε και στη συνέχεια έφυγε προσέχοντας να μην τον δει κανείς

Όταν έφθασε στο σπίτι του, η συνειδητοποίηση της πράξης του τού προκάλεσε τρόμο και χίλιες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό του για το αν υπήρχε έστω και η παραμικρή πιθανότητα να ανακαλύψει η Αστυνομία την ενοχή του. Δίχως να χάσει χρόνο, έβγαλε τα ρούχα του, τα έπλυνε με χλωρίνη, ήλεγξε ότι δεν υπήρχε κανένα ορατό με γυμνό μάτι ίχνος αίματος, τα ψαλίδισε, τα έβαλε σε μια σακούλα, έριξε από πάνω τους κόκκινη σάλτσα και έπειτα τα πέταξε στον κάδο σκουπιδιών δυο λεπτά προτού περάσει το απορριμματοφόρο.

Λίγο αργότερα, έχοντας κάνει μπάνιο και λούσει καλά τα μαλλιά του, άνοιξε την τηλεόραση και το ραδιόφωνο για να ακούσει τις ειδήσεις και τότε κατόρθωσε να κατασιγάσει την αγωνία του, αφού – σύμφωνα με όσα ανέφεραν οι δημοσιογράφοι – το πτώμα είχε μεν βρεθεί, αλλά δεν υπήρχε κανένα ίχνος για την ταυτότητα του δράστη. Μήτε δακτυλικά αποτυπώματα, μήτε και μάρτυρες, ενώ οι υποψίες επικεντρώνονταν στους δράστες μιας διάρρηξης διπλανού καταστήματος, για τους οποίους – επίσης δεν υπήρχε καμιά ένδειξη ταυτότητας.

Περισσότερο ήρεμος με όσα άκουσε, έπεσε σ’ έναν βαθύ ύπνο και όταν ξύπνησε, ύστερα από έξι ώρες, ένιωθε ξεκούραστος, δυνατός και ανάλαφρος, αφού είχε επιτέλους κατορθώσει, έστω και μέσω της άνομης οδού, να αποδώσει – σύμφωνα με την κρίση του – δικαιοσύνη. Ουδόλως μετάνιωνε για την πράξη του και παρόλο που φοβόταν ακόμα για τις συνέπειες που ενδεχομένως θα αντιμετώπιζε, ήταν σίγουρος πως αν χρειαζόταν, θα την επαναλάμβανε.

Μέχρι τη Δευτέρα το θέμα είχε πλέον αφαιρεθεί από τις ειδησεογραφικές αναφορές και ο ίδιος φρόντισε να είναι εξαιρετικά προσεκτικός και να μην δώσει καμιά λαβή, ώστε να τον υποπτευθεί κάποιος για το έγκλημα.

Καθώς λοιπόν περνούσε ο καιρός και εκείνος ήταν πλέον βέβαιος ότι είχε γλυτώσει, μια περίεργη ιδέα άρχισε να καρφώνεται στο μυαλό του. Υπήρχαν πολλοί εγκληματίες που δεν τιμωρούνταν και παρέμεναν μακριά από την τσιμπίδα του νόμου, είτε γιατί κρύβονταν, είτε γιατί οι πράξεις τους δεν περιλαμβάνονταν στο γράμμα του νόμου.

Ενώ επομένως πλήγωναν, βασάνιζαν συνειδήσεις και προκαλούσαν κακό, ουδείς τους ενοχλούσε και εκείνοι περνούσαν καλά, συνεχίζοντας τη ζωή τους σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Αν όμως αναλάμβανε κάποιος να δράσει και να επιφέρει την ισορροπία του κύκλου εναλλαγής καλού και κακού; Αν υπήρχε ένας αντίστοιχος Ρομπέν των Δασών για όσους ταλανίζονταν από τις βδελυρές πράξεις των άλλων;

Σταδιακά και λόγω της πίστης του σε αυτήν την – ομολογουμένως παρανοϊκή κατά το σύνολο άποψη που καταστρατηγούσε την έννοια δικαίου και έννομης κοινωνίας – ένας άλλος άνθρωπος γεννήθηκε μέσα του.

Άρχισε να μελετά βιβλία εγκληματολογίας, να μαθαίνει για τις μεθόδους εξιχνίασης ανθρωποκτονιών, να διαβάζει το αστυνομικό δελτίο και να παρακολουθεί τη δικαστική εξέλιξη των υποθέσεων που τραβούσαν το ενδιαφέρον του. Παράλληλα, ξεκίνησε να γυμνάζεται, να μαθαίνει πολεμικές τέχνες και σκοποβολή και σιγά – σιγά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ανέπτυξε δεξιότητες που τον βοήθησαν να εξελιχθεί σε μια εγκληματική μηχανή.

Όταν επιτέλους η προετοιμασία του ολοκληρώθηκε, αποφάσισε να περάσει στο στάδιο της πρακτικής άσκησης, επιλέγοντας ως υποκείμενο της πειραματικής εφαρμογής του, όπως του άρεσε να το αποκαλεί, έναν γείτονά του που δεν είχε ενδοιασμούς να χτυπά τη σύζυγο και τα παιδιά του και ο οποίος εκμεταλλευόταν τόσο τον φόβο της οικογένειάς του για την εκδικητική του μανία, όσο και την οικονομική τους εξάρτηση από τον ίδιο που τους ανάγκαζε να συγκατοικούν μαζί του, ώστε να αποφεύγει την καταγγελία στην Αστυνομία και κατ’ επέκταση τη σύλληψη.

Ο θερμόαιμος σύζυγος και πατέρας λοιπόν πήγαινε κάθε Κυριακή σε μια απομακρυσμένη παραλία και ψάρευε. Όντας δε μονόχνοτος, αντιπαθούσε τον συγχρωτισμό και γι’ αυτό καθόταν πάντοτε μακριά από άλλους ανθρώπους. Αυτή όμως η συνήθειά του διευκόλυνε και το σχέδιο του ήρωα της ιστορίας, αφού σκηνοθέτησε πολύ εύκολα έναν θάνατο από πνιγμό.

Όταν εντοπίστηκε το πτώμα, η μεν Αστυνομία έκλεισε τον φάκελο δίχως αμφιβολία πως επρόκειτο απλώς για ένα ατύχημα, ενώ η οικογένειά του απέκτησε, ύστερα από πολλά έτη κακοποίησης, μια φυσιολογική ζωή.

Έπειτα και από αυτήν την πρόβα τζενεράλε, ο ήρωας μας δεν αμφιταλαντευόταν πλέον για την ορθότητα των πράξεών του. Ίσα – ίσα που σε κάθε επόμενη δολοφονία ανέβαζε όλο και πιο ψηλά τον πήχη και αγωνιζόταν μονίμως να τελειοποιηθεί. Επιχειρούσε την καινοτομία και κανένα έγκλημά του δεν ήταν ίδιο με τα προηγούμενα. Επιπρόσθετα δεν υπήρχε κανένα στοιχείο ταυτοποίησης του δράστη, καμιά ένδειξη σύνδεσης των θυμάτων μ’ έναν κατά συρροή δολοφόνο και τα περισσότερα εκτελούνταν με τέτοιον τρόπο, ώστε να μοιάζουν με ατυχήματα. Τα αστυνομικά αρχεία γέμιζαν με φακέλους ανεξιχνίαστων υποθέσεων και ο ίδιος κάλυπτε με αστεράκια διττής επιτυχίας τον τοίχο της ματαιοδοξίας του, αφού από τη μια πλευρά ήταν αόρατος από την Αστυνομία και από την άλλη δώριζε ανακούφιση σε όσους είχαν υπάρξει θύματα των τεράτων που εξολόθρευε.

Η δράση του διαρκεί επομένως πέντε χρόνια και το εικοστό όγδοο αποψινό θύμα του ήταν ιδιοκτήτης ενός μπαρ όπου διακινούνταν ναρκωτικά σε νεαρούς θαμώνες. Αυτήν δε τη φορά ο ήρωας ξεπέρασε και τις προσδοκίες του, αφού φρόντισε ο θάνατος του επιχειρηματία να ενοχοποιήσει τους συνεργούς του στην εμπορία ουσιών και τώρα, καθισμένος στον καναπέ, απολαμβάνει ένα φλιτζάνι καφέ και δρέπει ξανά τους καρπούς των κόπων του, ακούγοντας τις ειδησεογραφικές πηγές να επιβεβαιώνουν την επιτυχία του σχεδίου του.

«Ισχυρίζονται πως δεν υπάρχει το τέλειο έγκλημα», συλλογίζεται. «Άραγε θα καταφέρουν ποτέ να με ξετρυπώσουν και να με συλλάβουν; Ίσως ναι, ίσως πάλι όχι. Δεν έχει σημασία. Το σημαντικό είναι ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου εγώ είμαι ο σχεδιαστής και ο εκτελεστής του έργου. Ο ρυθμιστής του παιχνιδιού και αυτός που τολμά να πληρώσει με το ίδιο νόμισμα, όσους νομίζουν ότι θα κερδίζουν πάντα».