#illusionskiller Γιώργος Παρασκευόπουλος.

Ο καιρός έχει ψυχράνει για τα καλά.
Είναι Οκτώβριος και αν και ακόμα δεν έχει αλλάξει η ώρα, το σκοτάδι πέφτει νωρίτερα.

Τα σχολεία έχουν αρχίσει και τα παιδιά δεν κυκλοφορούν στους δρόμους τα απογεύματα, όπως πριν.
Είναι νωρίς το απόγευμα και είσαι στο αυτοκίνητο, με τα παράθυρα ανεβασμένα, μιάς και ο αέρας είναι πλέον αρκετά κρύος.

Χωρίς να το πολυκαταλάβεις, έχεις βρεθεί σε μία περιοχή, σε μία γειτονιά από αυτές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν “λαϊκές”. Ένας χαρακτηρισμός που συνήθως δίνεται όταν προσπαθείς να αποφύγεις το χαρακτηρισμό “φτωχός”.

Οδηγείς στα έρημα στενά της περιοχής. Μια γειτονιά που είναι σα να έχει σταματήσει ο χρόνος.
Σπίτια απλά, παλιάς κατασκευής, πολλές μικρές μονοκατοικίες. Που και που καμιά παλιά πολυκατοικία. Ανάμεσα διακρίνεις και οικήματα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αυθαίρετα.

Κάπου κάπου, διακρίνεις και αυτοσχέδιους επαγγελματικούς χώρους. Μια πρόχειρη πινακίδα που ενημερώνει πως εκεί πωλούνται παλιοσίδερα, μια άλλη που λέει πως εκεί βρίσκεται ένα συνεργείο μοτοποδηλάτων. Παρακάτω, ένα παρόμοιο συνεργείο αυτοκινήτων και πάει λέγοντας..

Ανάμεσα στ άλλα, υπάρχουν και μισοχτισμενα κτιρια. Οικοδομές που έμειναν στη μέση, μάλλον γιατί ξέμειναν από χρηματοδότηση.

Εκεί όμως, στους έρημους δρόμους, διακρίνεις μια φιγούρα. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνεις, έστω και από την απόσταση που βρίσκεσαι, πως πρόκειται για ένα παιδί.

Από μακριά βλέπεις πως κάτι κρατάει και στα δύο του χέρια. Το αμάξι τσουλάει ήρεμα στο δρόμο και φτάνει το παιδί. Λίγο πριν το φτάσεις, διακρίνεις τι είναι αυτό που κρατάει.
Ξύλα. Ξύλα κρατάει..

Διάφορα κομμάτια ξύλα, τα οποία είναι εμφανώς κομμένα σε ξυλουργείο. Θυμάσαι πως λίγο πριν, μερικές δεκάδες μέτρα πιό πίσω, προσπέρασες ένα μικρό ξυλουργείο που απ όξω είχε πεταμένα μερικά κομμάτια ξύλα σε διάφορα σχήματα. Προφανώς ήταν αυτά που είχαν περισσέψει από διάφορες κατασκευές.

Το παιδί, ένα αγόρι γύρω στα δέκα, κράταγε τα κομμάτια στα χέρια του και με σταθερό βήμα πήγαινε κάπου.
Μπορούσες να φανταστείς που..

Εκεί που πήγαινες και εσύ, σαράντατόσα χρόνια πριν, όταν ήσουν στην ηλικία του!
Όταν και εσύ πήγαινες από το ξυλουργείο της γειτονιάς σου για να βρεις και να πάρεις περισσευούμενα κομμάτια ξύλα!

Ήταν κάτι που κάνατε τα παιδιά και στη δική σου γειτονιά. Μάλιστα, πολλές φορές είχατε κάποιου είδους ανταγωνισμό για το ποιός θα βρει τα καλύτερα κομμάτια ξύλα!

Τότε, βρισκόσασταν όλοι μαζί στο γνωστό γωνιακό οικόπεδο, αυτό που αργότερα έγινε 5όροφη πολυκατοικία και με πρόκες που είχατε κλέψει από καμιά οικοδομή, φτιάχνατε διάφορα με τα ξύλα!

“Κοίτα κοίτα! Έφτιαξα ένα καράβι!”, έλεγε ο ένας. “Εγώ ένα αεροπλάνο”, ο άλλος και άλλα τέτοια..

Σχήματα που μόνο εμείς που τα φτιάχναμε μπορούσαμε να καταλάβουμε τι ήταν. Οι μεγάλοι μας παρατηρούσαν με περιέργεια και ανησυχία. Καμιά φορά μας μάλωναν όταν κάποια σφυριά έπεφτε στο δάχτυλο αντί για την πρόκα.

Άραγε το παιδί που βλέπεις αυτό το κρύο φθινοπωρινό απόγευμα, να πηγαίνει να βρει τους φίλους του για να κάνουν ότι έκανες και εσύ τότε;
Ποιός ξέρει. Μάλλον.
Μακάρι..

Τη στιγμή που με το αμάξι σου φτάνεις στο ίδιο σημείο που είναι το παιδί με τα ξύλα, του ρίχνεις μια ματιά πριν το προσπεράσεις.
Βλέπεις στο βλέμμα του τη σπίθα που είχατε και εσείς τότε! Τη σπίθα της δημιουργίας!

Τώρα είσαι σίγουρος πως πάει κάπου, όπου μόνος του ή με τους φίλους του θα φτιάξει “κάτι”!
Κάτι που μόνο αυτός, ή αυτοί θα μπορούν να διακρίνουν.

Κάτι για το οποίο θα είναι υπερήφανοι που έφτιαξαν.

Πατάς λίγο περισσότερο το γκάζι και απομακρύνεσαι.

Η δημιουργικότητα δε μπορεί να αποκοπεί, ούτε να χαθεί, σκέφτεσαι και κατευθύνεσαι προς το σπίτι σου έχοντας ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη…