…σε διαφορετικές εποχές.

#illusionskiller Γιώργος Παρασκευόπουλος

 Είναι πρωί. Ξημερώματα.

Ο Νίκος ξύπνησε και αυτός, μιάς και ξύπνησαν οι υπόλοιποι στο ταπεινό σπιτάκι που μένει με τους γονείς του.

Πριν κανά μήνα έκλεισε τα 22. Ολόκληρος άντρας πιά!

Είναι τώρα ένα εξάμηνο που απολύθηκε από το Στρατό και ακόμα να βρει δουλειά. Όχι πως δε ψάχνει..

Όλη μέρα από το πρωί παίρνει τους δρόμους και ρωτά φίλους, γνωστούς και άγνωστους, μήπως και έχουν κάτι υπόψη τους. Έστω κανά μεροκάματο ρε παιδί μου και βλέπουμε για μετά.

Μέχρι στιγμής, τίποτα.

Ο Πατέρας του δουλεύει σε μια Δημόσια Υπηρεσία με το χαμηλό μισθό που παίρνουν οι Δημόσιοι Υπάλληλοι της εποχής. 

Βρισκόμαστε λίγο πριν τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και η φτώχεια είναι ακόμα ο κανόνας στην Ελλάδα της εποχής.

Η Μητέρα του, όπως η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών της εποχής, μένει σπίτι και φροντίζει το, ταπεινό, νοικοκυριό.

Είναι και αυτό το φιλότιμο που κάνει το Νίκο να ντρέπεται κάθε φορά που η μάνα του του βάζει φαΐ να φάει, το μεσημέρι που ο Πατέρας γυρνά από τη δουλειά και κάθονται όλοι μαζί να φάνε. Έχει και ένα μικρότερο αδελφό, που πηγαίνει ακόμα σχολείο, τελευταία τάξη.

Οι μέρες και οι εβδομάδες περνούν και ο Νίκος ακόμα δεν έχει βρει σταθερή δουλειά, πέρα από κάτι σκόρπια μεροκάματα σε καμιά οικοδομή, ή στα ρεπό του σερβιτόρου της ταβέρνας της γειτονιάς του. Τουλάχιστον εκεί τρώει και κάτι διαφορετικό από τα όσπρια που αποτελούν το καθημερινό μενού στο φτωχικό πατρικό του..

Η μάνα του προσπαθεί να τον παρηγορήσει και να του δώσει κουράγιο λέγοντας του “έχει ο Θεός” και κάτι τέτοια, αλλά ο Νίκος έχει αρχίσει να απογοητεύεται και να πηγαίνει όλο και περισσότερο βόλτα από το σπίτι της κυρά Λένας, για να μάθει νέα του γιού της και παιδικού του φίλου, που πήγε μετανάστης στην Αμερική. 

Δύσκολη η ζωή εκεί, λένε, αλλά υπάρχουν δουλειές και το δολλάριο μπαίνει κάθε μήνα στο σπίτι της κυρά Λένας, με το “τσέκι” από την Αμερική που στέλνει ο γιός της!

Πάντως, η καθημερινότητα του Νίκου δε διαφέρει και πολύ από την αντίστοιχη των νέων εκείνης της εποχής, που τα όνειρα τους πάλευαν να εκφραστούν μεταξύ της γενικότερης φτώχειας και της έλλειψης θέσεων εργασίας.

Είναι και ο Πατέρας του που δεν έχει τα μέσα να τον βάλει και αυτόν στο Δημόσιο. Από την άλλη όμως, τι μισθό θα παίρνει εκεί; Είδε και το Πατέρα του πως παλεύει κάθε μέρα να τα φέρει βόλτα.

Πλέον ο Νίκος έχει αποκτήσει μία καθημερινή ρουτίνα. Από το πρωί αναζήτηση εργασίας, ή μεροκάματου, μετά σπίτι για φαΐ, μετά σε κανα φιλικό σπίτι στη γειτονιά, μέχρι το βράδυ που θα ξαπλώσει στο κρεβάτι του. Παρόλαυτά, είναι ικανοποιημένος. Έχει μία στέγη πάνω από το κεφάλι του, ένα πιάτο φαΐ και ένα στρώμα να γείρει.

Λίγο πολύ δηλαδή, ότι έχουν και οι υπόλοιποι..

Κάποτε θα έρθουν και οι καλύτερες μέρες. Όποιος ψάχνει βρίσκει σκέφτεται και αποκοιμιέται..

   Πέρασαν τα χρόνια.

Μαζί τους πέρασαν και μερικές δεκαετίες. Συγκεκριμένα τρεις.

Πλέον είμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Η Ελλάδα έχει αλλάξει θεαματικά! Πλέον ο κανόνας δεν είναι η φτώχεια. Η Ελλάδα θεωρείται ένα οικονομικό θαύμα και η εντυπωσιακή της οικονομική ανάπτυξη είναι αντικείμενο αναλύσεων μεταξύ γνωστών οικονομολόγων.

Όχι βέβαια πως εξαλείφθηκε η φτώχεια. Απλά, εκεί που οι φτωχοί ήταν ο κανόνας, τώρα είναι σαφώς η εξαίρεση.

Υπάρχουν πλέον πολλοί πλούσιοι, αλλά το ιδιαίτερο της Ελλάδας είναι η μεσαία της τάξη.

Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μία απέραντη μεσαία τάξη!

Ο Νίκος, τα τριάντα αυτά χρόνια πρόκοψε! Τελικά βρήκε μία δουλειά με το βασικό μισθό της εποχής, τότε στα 1964 και σιγά σιγά, βήμα βήμα, έφτιαξε ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο, ακολουθώντας και αυτός, όπως και τόσοι άλλοι, τα αντίστοιχα βήματα της Ελλάδας.

Έκανε και οικογένεια! Βέβαια!

Δύο χρόνια αφότου βρήκε δουλειά και αφού είχε αυξηθεί ο μισθός του, πήρε τον εφηβικό του έρωτα. Μία κοπέλα από τη γειτονιά του, που αγαπούσε από μικρός.

Έκαναν και δύο παιδιά. Ο γιός του τώρα είναι ολόκληρο παλικάρι, κοτζάμ λεβέντης και ο Νίκος καμαρώνει για το γιό του! Η μικρή τώρα τελειώνει το σχολείο..

Ο Νίκος όμως ανησυχεί! Ανησυχεί για το γιό του!

Είναι τώρα κανάς χρόνος που απολύθηκε από το στρατό. Κανά μήνα αργότερα βρήκε δουλειά. Ο μισθός του τον απογοήτευσε. Βασικός μισθός. Τι να πρωτοκάνεις με τόσα λίγα, αναρωτιέται ο γιός του..

Ο Νίκος απόρησε! Μα τι εννοεί ο μικρός;! Εγώ πως ήμουν ικανοποιημένος με το βασικό μου μισθό τότε στην ηλικία του, που όχι μόνο μου έφτανε, αλλά τσόνταρα και στο σπίτι!

Η Παρατήρηση του γιού του ήταν αποστομωτική. “Άλλο ρε Πατέρα στην εποχή σου! Τι έκανες στην εποχή σου;! Είχαν οι φίλοι σου στην εποχή σου αμάξια, όπως έχουν οι δικοί μου;! Πηγαίνατε κάθε λίγο και λιγάκι διήμερα και τριήμερα, όπως τώρα;!”

Ο Νίκος αιφνιδιάστηκε! Ένα κύμα ανησυχίας, ανάμεικτο με το αίσθημα της ανημπόριας άρχισε να τον κατακλύζει!

Ναι, όντως! Έχει δίκιο ο μικρός!

Αυτός στην εποχή του, ήταν ικανοποιημένος που έγερνε το κορμί του στο μονό κρεβάτι που ήταν στο κεντρικό δωμάτιο, σαλόνι/κουζίνα/καθιστικό του πατρικού του και που έτρωγε ένα πιάτο όσπρια την ημέρα.

Ο γιός του, έχει δικό του δωμάτιο, με δική του τηλεόραση και δικό του ραδιόφωνο, πράγματα αδιανόητα για τη δική του εποχή, αλλά δεδομένα για την εποχή του γιού του!

Αλλά τα καμπανάκια της ανησυχίας ήχησαν εκκωφαντικά στο μυαλό του, στην επισήμανση του μικρού πως οι φίλοι του έχουν αυτοκίνητα!

Τότε θυμήθηκε πως είχε δει το γιό του, το καμάρι σου, να περιφέρεται σε κάτι μέρη που μόνο αθώα δε τα λες! Μέρη που γίνονται παράνομες δραστηριότητες!

Παράνομες μεν, κερδοφόρες δε!

Στη δική του εποχή δεν υπήρχαν προκλήσεις και για αυτό οι νέοι της ηλικίας του ήταν δυσκολο να μπλέξουν σε “περίεργες” καταστάσεις.

Σε πλήρη αντίθεση δηλαδή με την εποχή του γιού του, που η ραγδαία άνοδος του βιοτικού επιπέδου, έχει ως παρενέργεια και την αντίστοιχη άνοδο της εγκληματικότητας!

Νέα παιδιά που παρασύρονται από την υπόσχεση του εύκολου πλουτισμού!

Είναι και εκείνη η όμορφη κοπέλα που αρέσει στο γιό του, αλλά εκείνη είναι με εκείνο το νεαρό με το 16βάλβιδο αμάξι!

Ο Νίκος, κάνοντας αυτές τις σκέψεις κοντεύει να πάθει πανικό!

Τι μπορεί να κάνει αυτός;! Πως μπορεί να προστατέψει το παιδί του;!

Έντρομος ανακαλύπτει πως δεν έχει ιδέα! Αυτός και ο γιός του μεγάλωσαν σε τόσο διαφορετικές εποχές και με τόσο διαφορετικά δεδομένα, που ουσιαστικά είναι σα να μεγάλωσαν σε διαφορετικές χώρες!

Εκείνο το βράδυ δεν έκλεισε μάτι!

Αλλά όχι! Δε θα πέσει στην παγίδα να αναπολεί τις “παλιές καλές εποχές”. Τις έζησε και τις ξέρει!

Θα μιλήσει με το γιό του και θα σταθεί πλάϊ του, για να τον βοηθήσει στην πρόοδο του! Αυτό θα κάνει!

Αυτή η σκέψη τον ηρέμησε και αποκοιμήθηκε..