#illusionskiller Γιώργος Παρασκευόπουλος.

  Το Καλοκαίρι προχωρά. 

Οι καλοκαιρινές μέρες διαδέχονται η μία την άλλη και υπάρχουν μέρες που χρειάζεται να κοιτάξεις το κινητό σου για να δεις την ημερομηνία, μιάς και οι μέρες μοιάζουν ίδιες.

Αν δεν ήταν και η δουλειά, τότε θα είχες χάσει εντελώς τις μέρες!

Θυμάσαι πως τα χρόνια εκείνα που δούλευες στον τουρισμό, κάτι τέτοιο συνέβαινε! Έχανες τις μέρες!

Τότε δεν υπήρχε η άμεση ευκολία του έξυπνου κινητού τηλεφώνου, να ρίξεις μιά ματιά και να δεις τι μέρα έχουμε, οπότε μερικές φορές έμπαινες στη περίεργη διαδικασία να ρωτάς κανά περαστικό για το τι μέρα έχουμε, όπως σε μερικές ταινίες, όπου ο πρωταγωνιστής έχει ταξιδέψει στο χρόνο και ρωτάει τους περαστικούς για να του πει τι χρονιά έχουμε!

Τέλος πάντων, όπως τα πάντα, έτσι και αυτό το Καλοκαίρι προχωρά.

Μέρα με τη μέρα, εβδομάδα με την εβδομάδα, ο χρόνος προχωρά ακάθεκτος.

Αυτό το Καλοκαίρι όμως, είναι διαφορετικό από τα προηγούμενα.

Κάτι οι καραντίνες των τελευταίων ετών, κάτι ο πόλεμος στην Ουκρανία, που έχει φέρει τον από δεκαετίες ξεχασμένο πληθωρισμό και την ανάλογη ανασφάλεια, κάτι οι αναδουλειές και σε έχει γεμίσει ένα αίσθημα απαισιοδοξίας.

Παλεύεις να το διώξεις, αλλά δεν είναι εύκολο. Το άγχος είναι μιά καθημερινή κατάσταση.

  Είναι απόγευμα και έχεις αράξει στη βεράντα του σπιτιού. Κοιτάς τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος και με τη λογική σου να παλεύει να επιβληθεί στο αίσθημα απαισιοδοξίας, διώχνεις όσο μπορείς τις αρνητικές σκέψεις.

Από το περιβάλλον ακούγονται διάφοροι ήχοι.

Από παιδιά που παίζουν στο απέναντι παρκάκι, αμάξια που περνούν και διάφορα άλλα.

Κάποια στιγμή, ακούγεται ένας ήχος που σε ξαφνιάζει η οικειότητα του!

Ένα αμάξι παίρνει μπρός για να φύγει και ακούγεται ο ήχος ενός ιμάντα της μηχανής που βγάζει έναν ήχο σα να στριγγλίζει.

Αυτός ο ήχος είναι που σε ξαφνιάζει!

Σε ξαφνιάζει ευχάριστα, μιάς και αυτόματα ένα χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπο σου!

Ποιός να σου το λεγε πως ο ήχος ενός ιμάντα θα σου έφερνε τέτοιο αισιόδοξο αίσθημα;!

Αυτόματα, ταξιδεύεις μερικές δεκαετίες πίσω!

Τότε που ήσουν φαντάρος και υπηρετούσες τη θητεία σου στα άγρια και ομιχλώδη βουνά του νησιού, που αργότερα έμελλε να σε φιλοξενήσει για επτά χρόνια!

Τα ομορφότερα χρόνια της ζωής σου..

Ήταν εκείνο το παιδί, ντόπιος και καλοβαλμένος, μιάς και στα είκοσι του είχε ήδη δικό του αμάξι σε εποχές που η απόκτηση αυτοκινήτου ήταν για τους περισσότερους ένα πολύ δύσκολο στην πραγματοποίηση του όνειρο!

Εκείνο το παιδί λοιπόν, είχε το δικό του αμάξι!

Πηγαινοερχόταν από το πατρικό του στην πόλη με το αμάξι του.

Φυσικά, πολλές φορές εξυπηρετούσε μερικούς από τους συναδέλφους του στρατιώτες και τους κατέβαζε στην πόλη, αφού θα πήγαινε προς τα εκεί.

Το αμάξι του το στάθμευε έξω από την πύλη του στρατοπέδου και κάθε φορά που είχε έξοδο, το έπαιρνε και πήγαινε σπίτι του.

Οι υπόλοιποι έπρεπε να βολευτούν με κανά ταξι που ίσως να έρχονταν από το κοντινότερο χωριό, καμιά δεκαριά χιλιόμετρα χαμηλότερα στο βουνό.

Κάθε φορά που έπαιρνε το αμάξι του και το έβαζε μπρος, ακούγονταν σε όλο το στρατόπεδο ο χαρακτηριστικός ήχος του ιμάντα να σκούζει, στην αρχή, μέχρι να “στρώσει” και να σταματήσει ο ήχος του.

Χωρίς καλά καλά να το καταλάβεις, εκείνος ο ήχος σε γέμιζε αισιοδοξία!

Πολλοί φαντάροι στο στρατόπεδο φθονούσαν το παιδί με το αμάξι.

Ζήλευαν που αυτός σε τόσο νεαρή ηλικία είχε αυτοκίνητο και μπορούσε να πηγαινοέρχεται.

Εσύ όμως, είχες το αντίθετο αίσθημα!

Στον ήχο του ιμάντα του αμαξιού, “άκουγες” ένα καλύτερο αύριο για σένα!

Το αύριο σου, όπως το είχες φανταστεί και στοχοποιήσει.

Ποτέ σου δεν έμαθες το λόγο που εκείνος ο ήχος σου προσέφερε τέτοιο αίσθημα αισιοδοξίας!

Ξέρεις όμως πως σήμερα, περισσότερο από τρεις δεκαετίες αργότερα, ακούγωντας έναν τέτοιο ήχο, ένα παρόμοιο αίσθημα αισιοδοξίας σε πλημμυρίζει εκ νέου!

Αράζεις στη πολυθρόνα της βεράντας.

Όλα καλά θα πάνε και φέτος..