#illusionskiller Γιώργος Παρασκευόπουλος

  Ο Αύγουστος εκείνης της χρονιάς, μέσιασε και προχωρά προς την ολοκλήρωση του δεύτερου δεκαημέρου του.

Η χρονιά είναι το 1991 και εσύ εργάζεσαι για δεύτερη χρονιά – σεζόν στο μεγάλο ξενοδοχείο του νησιού της νιότης σου.

Είναι η δεύτερη χρονιά, χωρίς το σοκ και αντίστοιχα φίλτρα και άγνοια της πρώτης, της προηγούμενης σεζόν και πλέον περισσότερο υποψιασμένος από πέρσι, απολαμβάνεις ακόμα καλύτερα τα αγαθά του τόπου και της εποχής.

Το ωράριο στο οποίο εργάζεσαι, είναι το καλύτερο ωράριο που θα μπορούσε να υπάρχει, σύμφωνα με τις προσδοκίες και επιθυμίες σου.

Είναι το λεγόμενο “σπαστό ωράριο”.

Το πρωί εργάζεσαι 7 – 11 και μετά το απόγευμα 17:30 – 21:30.

Τέλεια! Έχεις το χρόνο να απολαύσεις τις ανεπανάλληπτες παραλίες του νησιού, μετά τη πρωινή βάρδια και να ξεκουραστείς μέχρι το απόγευμα, που είναι η απογευματινή βάρδια.

Έχεις επίσης, όλο το βράδυ δικό σου για να αλωνίσεις με την παρέα σου τα μπαράκια του τόπου, ακόμα και να γνωριστείς καλύτερα με κοπέλες από τα βόρεια της Ευρωπαϊκής ηπείρου..

Ένα στοιχείο όμως που σε κάνει να αγαπάς εκείνη την περίοδο και να την απολαμβάνεις, είναι αυτές καθαυτές οι υπηρεσίες που, δια της εργασίας σου προσφέρεις στους πελάτες του ξενοδοχείου!

Σου αρέσει να βλέπεις τις εκφράσεις ικανοποίησης κάθε φορά που τους σερβίρεις.

Σου αρέσει που παρατηρείς τις γκριμάτσες ικανοποίησης του προσώπου τους όταν δοκιμάζουν τα φαγητά που με όμορφο τρόπο έχεις τοποθετήσει στο πιάτο τους!

Θυμάσαι επίσης, εκείνη την έκφραση βαθιάς ανακούφισης που είχε εκείνος ο ταλαίπωρος γερμανός τουρίστας, το βράδυ που αφίχθη στο ξενοδοχείο, κατευθείαν απο το αεροδρόμιο.

Πριν καν πάει στο δωμάτιο του, ήρθε με τις αποσκευές του στη τραπεζαρία όπου σέρβιρες, για να φάει.

Όταν του έδωσες το μπουκάλι με τη παγωμένη μπύρα και έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης, ήταν εκείνη η στιγμή που εξαφανίστηκε και το τελευταίο ψήγμα κούρασης που υπήρχε εντός σου!

Κάπως έτσι, φτάνουμε σε εκείνο τον Αύγουστο του 1991.

Στο Μιχάλη..

Ο Μιχάλης, λίγο μεγαλύτερος σου, μόλις είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του και ήρθε να δουλέψει μία σεζόν πριν ασχοληθεί επαγγελματικά, οριστικά με το αντικείμενο των σπουδών του.

Πολύ καλό παιδί ο Μιχάλης, δουλευταράς και φιλότιμος.

Μόνο που του πέφτει βαρύ το γεγονός πως δουλεύει χαμαλίκι, όπως το χαρακτηρίζει, σε μία τέτοια δουλειά.

Του κακοφαίνεται που σερβίρει την εργατιά της Ευρώπης, όπως υποτιμητικά σχεδόν, χαρακτηρίζει τους πελάτες του ξενοδοχείου.

Μάταια προσπαθείς να του πεις πως και εσύ δε βλέπεις τον εαυτό σου να κάνει αυτή τη δουλειά την επόμενη πενταετία, μιάς και εσύ έχεις άλλα επαγγελματικά σχέδια.

Προσπαθείς να του εξηγήσεις πως, αυτή η δουλειά απαιτεί ελάχιστα προσόντα, αλλά τα ανταλλάγματα είναι πολλαπλάσια!

Τέλος του λες πόσο όμορφα νιώθεις που, μέσω της εργασίας σου, κάνεις κάποιους ανθρώπους να νιώσουν και να περάσουν όμορφα στις διακοπές τους! Στις αναμνήσεις τους ρε φίλε!!

Αυτό ήταν! Ο μέχρι τότε ήρεμος, αν και μουρμούρης, Μιχάλης επαναστάτησε!!

Άρχισε τη κλάψα για τις ψεύτικες σχέσεις του καλοκαιριού, μέσα στις οποίες εντάσει και τις τουριστικές υπηρεσίες!!

“Τρέχεις να υπηρετήσεις αγνώστους, που δε θα τους ξαναδείς ποτέ σου, τους σκας ένα ψεύτικο χαμόγελο και μετά τους γυρνάς τη πλάτη για να κάνεις τα ίδια στον επόμενο πελάτη!”, σου λέει με ένταση!

Στο τέλος σου λέει. “δε θα ξανακάνω αυτή τη δουλειά για όλα τα φλουριά του κόσμου!”.

Δε συνεχίζεις τη συζήτηση, μιάς και αν μόλις 22 ετών, έχεις διακρίνει το μάταιο τούτου.

Θα ήθελες να του πεις πως η ζωή είναι γεμάτη από άγνωστους τους οποίους εξυπηρετείς ως βιοπορισμό, είτε είσαι ελεύθερος επαγγελματίας, είτε είσαι δημόσιος υπάλληλος!

Θα ήθελες επίσης να του ξανα-διευκρινήσεις πως το αίσθημα ικανοποίησης έχει να κάνει με σένα και όχι με τον πελάτη!

Εσύ ικανοποιείσαι που η δουλειά σου αναγνωρίζεται και επιβραβεύεται, είτε μέσω των φιλοδωρημάτων ως σερβιτόρος, είτε μέσω των bonus ως…. στέλεχος επιχείρησης ξερωγώ!

Τίποτα από τα πάρα πάνω δεν του είπες!

Τελικά, αυτό που κυριάρχησε ήταν η λύπη σου για ένα νέο άνθρωπο που, όπως και εσύ, ζει και εργάζεται σε ένα πανέμορφο μέρος, αλλά η μίζερη του αντίληψη για τη καθημερινότητα του δεν του επιτρέπουν να απολαύσει τα καλά του τόπου!

Σε τελική ανάλυση, δε συνέχισες τη κουβέντα μαζί του γιατί φοβήθηκες πως η μιζέρια είναι μεταδοτική και ίσως σε κολλήσει!

Άσε που είναι και εκείνο το γκομενάκι από Γερμανία. Αφίχθη χθες και σε έχει φάει με τα μάτια της!

Πας να της μιλήσεις.

Σου λέει πως τη τράβηξε το γνήσιο σου χαμόγελο, σε αντίθεση με το φίλο σου που μιλάγατε τώρα και που μόλις γυρνάει τη πλάτη του το, ούτως ή άλλως ψεύτικο χαμογελο του, σβήνει!

Κανονίζετε, με τη κοπέλα, να σε περιμένει στην είσοδο του ξενοδοχείου την ώρα που σχολάς.

Θα πάτε βόλτα στα μπαράκια και μετά, όπου μας βγάλει η βραδιά.

Τα κανονίζετε και τη στιγμή που φεύγεις από το τραπέζι της, το μάτι σου πέφτει στο Μιχάλη.

Σερβίρει ένα τραπέζι και γελάει. Με τα δόντια..

Τα μάτια του και η υπόλοιπη φυσιογνωμία του, εκπέμπουν μιζέρια και αγανάκτηση.

Τελικά το δικό του χαμόγελο είναι το ψεύτικο. Το “τουριστικό”.

Θα μπορούσε να είναι πηγαίο και όμορφο.

Πόσο κρίμα…