από τη Χριστίνα Καπράλου.

Μεσημέρι Τετάρτης.

 Η Μαρία μόλις σχόλασε από το σχολειό με την τσάντα στην πλάτη πριν πάει στο σπίτι, έκανε μια στάση στο παγκάκι τους. Το δικό τους παγκάκι. Το παγκάκι της Μαρίας και του Γιώργη.

Οι αγκαλιές και τα φιλιά τους έσταζαν μέλι. Οι περαστικοί έκαναν πως δεν έβλεπαν. Μικρή η κοινωνία της γειτονιάς τους. Όλοι γνώριζαν όλους. Όλοι γνώριζαν τα πάντα για τους πάντες.

Τι ώρα γύρισε χθες βράδυ ο Τάκης ο άντρας της Καίτης από το καφενείο, πόσα λεφτά έχασε στα χαρτιά. Τι ψώνισε η Αλέκα από το μαγαζί της Δώρας με τα ρούχα. Πόσα μαθήματα χρωστάει για να πάρει πτυχίο ο Στέλιος. Τι βράζει στην κατσαρόλα της Σοφίας, ακόμη και τι χρώμα βρακιά άπλωσε η Νάντια. Ο έρωτας της Μαρίας και του Γιώργη ήταν ένα σκάνδαλο. Η Μαρία ατίθαση δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί της. Ο Γιώργης σοβαρό και μετρημένο παιδί. Ο πατέρας του δάσκαλος και ψάλτης στην εκκλησία. Η μητέρα του απόμακρη  δεν έδινε δικαιώματα για πολλές κουβέντες με την γειτονιά.

Η Μαρία τον διάλεξε ανάμεσα στους τόσους και το κριτήριο ήταν πως δεν της έριχνε ποτέ καμία ματιά. Ήταν ο μοναδικός που δεν την κοίταζε, που δεν την πλησίαζε που δεν την καμάκωνε.

Ο Γιώργης ήταν για την Μαρία τρόπαιο. Ο ατίθασος χαρακτήρας της κόκκινο πανί για όλη την γειτονιά. «Ποια νομίζει ότι είναι»  έλεγαν όλοι. «Τι νομίζει ότι θα καταφέρει με την περηφάνια της»;

Ο καιρός περνούσε το παγκάκι τους κάθε μέρα τους περίμενε και αυτοί πιστοί στο ραντεβού τους με βροχή με κρύο με ζέστη ξέκλεβαν λίγη ώρα και περνούσαν από εκεί. 

Ο Γιώργης ένα μεσημέρι που είχε φτάσει νωρίτερα σκάλισε τα αρχικά τους στο παγκάκι και τα έκλεισε μέσα σε μια μεγάλη καρδιά. 

Γ + Μ LOVE FOR EVER

Έδειξε με περηφάνια το καλλιτέχνημα του στην Μαρία μόλις εκείνη έφτασε με την ψυχή στο στόμα τρέχοντας λαχανιασμένη και χαρούμενη.

«Μαρία! Δες!»

Η Μαρία τον κοίταξε αγριεμένη 

«Τι βλακείες γράφεις του είπε. Εγώ φεύγω!»

Ο Γιώργης έμεινε να την κοιτά έκπληκτος 

«Μαρία τι λες;»

«Φευ – γω! Πέρασα Θεσσαλονίκη! Hallooooooooooo! Φοιτητική ζωή! Ελευθερία! Να μην τους  βλέπω να μην τους ακούω!»

«Μαρία! Μα θα σε κάνω βασίλισσα»! Είπε ο Γιώργης με παράπονο.

Το χέρι της Μαρίας σηκώθηκε στον αέρα και έσκασε πάνω στο δεξί μάγουλο του Γιώργη.

«Τι είπες ρε; Για ποια με πέρασες; Τι βλακείες τσαμπουνάς; 

Άκου Βασίλισσα! Που ζεις αγόρι μου;»

H Μαρία  γύρισε την πλάτη της και έφυγε αγέρωχη. Ο στόχος της επετεύχθη και κανείς δεν θα της στεκόταν εμπόδιο.

«Άκου βασίλισσα»! Τι λέει μωρέ αυτός;  Eγω θα ζήσω ελεύθερο πουλί. Η ζωή με περιμένει και αν δεν το κάνω τώρα δεν θα το κάνω ποτέ».

Ο Γιώργης κάθε μεσημέρι πήγαινε στο παγκάκι τους και περίμενε. Η Μαρία δεν φάνηκε ποτέ. Ο Γιώργης έμαθε πως η Μαρία μετακόμισε στην Θεσσαλονίκη  για να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο στην σχολή που πέρασε.

Γ + Μ

LOVE FOR EVER

Η καρδιά του Γιώργη πονούσε κάθε μέρα που έβλεπε το καλλιτέχνημα του.

Χειμώνιασε! Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Ο Γιώργης πιστός στο ραντεβού του κάθε μέρα με την ελπίδα πάντα πως κάποια στιγμή θα βρει την Μαρία να τον περιμένει περνούσε από το παγκάκι τους.

Εκείνη την μέρα είδε μπουλντόζες από μακριά και μια πινακίδα 

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ

ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΠΛΑΤΕΙΑΣ

Ο Γιώργης πλησίασε όσο μπορούσε και με μεγάλη του λύπη είδε το παγκάκι τους να λείπει. Κοιτάζοντας  τριγύρω απογοητευμένος το είδε στην καρότσα ενός φορτηγού μαζί με μπάζα και ένα κορμό δέντρου.

«Που το πάτε;» φώναξε με όση δύναμη φωνής του είχε απομείνει.

«Σκουπίδια είναι δεν τα βλέπεις» είπε ο οδηγός του φορτηγού και έβαλε μπροστά.

Ο Γιώργης με πόνο αποχαιρέτησε το παγκάκι τους με καρφωμένο το βλέμμα του για όση ώρα μπορούσε πάνω στην σκαλισμένη καρδιά.

Τα χρόνια πέρασαν. Η Πλατεία άλλαξε μορφή. Καφετέριες άνοιξαν γύρω από την πλατεία και τραπεζάκια με καρέκλες και ομπρέλες με πλούσιο ίσκιο ξεπρόβαλαν.

Ο Γιώργης κάθε μέρα την ίδια ώρα έπινε τον καφέ του στο ίδιο τραπέζι που ήταν εκεί στο γνωστό σημείο εκεί που ήταν το παγκάκι τους.

Η Μαρία δεν ήρθε ποτέ.

«Μα γιατί; Εγώ ήθελα να την κάνω βασίλισσα» μονολογούσε ο Γιώργης πίνοντας την τελευταία ρουφηξιά από τον καφέ του……….